27/3/14

Αρνήθηκαν να κηδέψουν το νεκρό. "Κήδεψαν" τη μάνα του.

κλικ για μεγέθυνση
Στις Κροκεές Λακωνίας, ο τοπικός παπάς, κατ’ εντολή του Μητροπολίτη Σπάρτης Ευσταθίου, αρνήθηκε να κηδέψει έναν 49χρονο ονόματι Άγη Καράντζαλη, με την αιτιολογία ότι είχε τελέσει πολιτικό γάμο. Το γεγονός συνέβη στις αρχές του περασμένου Νοεμβρίου και έγινε γνωστό κατόπιν δημοσιοποίησής του, υπό τη μορφή καταγγελίας, από τον αδερφό του, 
Ακολούθησε απάντηση του Μητροπολίτη Σπάρτης, και πριν λίγο καιρό ο αδερφός του νεκρού ένιωσε την ανάγκη να ανταπαντήσει μέσω του Protagon

Διαβάζοντας και τα δύο κείμενα, "κόλλησα" σε κάτι, νομίζω στην ουσία, την οποία θα προσπαθήσω να μεταφέρω.
Οι νεκροί, πιστοί ή άπιστοι, δεν έχουν ανάγκες. Ούτε προσβάλλονται ούτε ικανοποιούνται με τις επιλογές των ζωντανών. Ό,τι κάνουμε ή δεν κάνουμε για τους νεκρούς είναι δική μας ανάγκη. Πέρα για πέρα.

Η μάνα. Αυτή είναι η ουσία. Η 80χρονη μητέρα του νεκρού. Θρησκευόμενη σύμφωνα με τον αδερφό του. Αυτό είναι το κεντρικό πρόσωπο του δράματος.

Έθαψε το παιδί της και μέσα στον ανείπωτο πόνο της, ξαφνικά γύρισε ο κόσμος της πάνω κάτω. Φανταστείτε το σοκ της μητέρας που αξιώθηκε να δει στα στερνά της την ίδια της πίστη να της γυρίζει την πλάτη. Να αρνείται την κηδεία στο παιδί της.

Και το αποκορύφωμα… λίγες μέρες μετά το θάνατο του παιδιού της και την άρνηση στην κηδεία του, ήρθε το δεύτερο χτύπημα. Ο τοπικός παπάς διάβασε στο ναό εγκύκλιο του Μητροπολίτη Ευστάθιου (διαβάστηκε, μάλιστα, σε όλες τις ενορίες της Μητρόπολης) στην οποία χαρακτήριζε το νεκρό «αμαρτωλό» και το ενδιαφέρον των συγγενών-φίλων του «ψεύτικο ή υποκριτικό».
Φαντάζετε τη σκηνή; Φαντάζεστε τη συντριβή αυτής της γυναίκας;

Ένιωσα την ανάγκη να ολοκληρώσω το παζλ αυτής της συγκλονιστικής ιστορίας, ψάχνοντας την εγκύκλιο της Μητρόπολης Σπάρτης που, το ξαναλέω, διαβάστηκε σε όλες τις ενορίες, αλλά, παραδόξως, δεν υπάρχει πουθενά (ούτε στο site της Μητρόπολης).

Αυτή είναι.

(Υ.Γ.: έχουν κοπεί περιμετρικά τα στοιχεία που αποκαλύπτουν την ταυτότητα του αποστολέα)

1/2/14

Η Μαρία και ο Κυριάκος.

Έχω δύο περιπτεράδες στη γειτονιά που είναι ερωτευμένοι με τα κέρματα (και ποιος δεν είναι). Αργά τα βράδια είναι ανοιχτός πότε ο ένας και πότε η άλλη (γυναίκα). 
Λοιπόν, χρόνια τώρα πάω με γεμάτες τις τσέπες ψιλά και παίρνω τσιγάρα (2-3 πακέτα, ίσως και παραπάνω - και νουθεσίες δεν θέλω). Τα μετράω στα γρήγορα και τα αφήνω στο… (δεν ξέρω πώς λέγεται αυτό που τ’ αφήνουμε). 
Σήμερα πήγα στη γυναίκα. «Μου δώσατε παραπάνω λεφτά», μου είπε μετρώντας τα ψιλά, και μου επέστρεψε περίπου ενάμισι ευρώ. 
Στο δρόμο συνειδητοποίησα ότι δεν είναι η πρώτη φορά που μου το λέει. Πολλές φορές μου έχει πει το ίδιο πράγμα, ή απλά αφήνει αμίλητη στο… (είπαμε, δεν ξέρω πώς λέγεται) τα κέρματα που περισσεύουν. Και τι περίεργο, ο άλλος πιο κάτω δεν μου το έχει πει ποτέ. Μα ποτέ. 
Ας είναι. Χάρηκα περισσότερο με τη Μαρία από την Αλβανία, απ’ όσο λυπήθηκα με τον Κυριάκο από την Ελλάδα.

23/1/14

Φαρμακοχώρα.

Διακόσια χρόνια τώρα "πνίγει" τα παιδιά της. Όχι τις μετριότητες, όχι τους ανόητους, όχι τα κομματόσκυλα και τους υπηρέτες, ούτε τους συμβιβασμένους.
Τα καλύτερα παιδιά. Τα καλύτερα μυαλά. Τους άξιους και τους ικανούς. Τους γενναίους και τους πατριώτες. Αυτοί που αγάπησαν τον τόπο και τον άνθρωπο. 
Όσοι δεν πήραν το δρόμο της ξενιτειάς, σιωπούν θλιμμένοι στον πάτο της κοινωνικής ανυπαρξίας.
Φαρμακοχώρα. Πόσο σ’αγαπάμε, πόσο μας πληγώνεις.

16/1/14

Να σκοτώσεις τη μανούλα.

Ήρθε και ο ϕίλος ο Μανωλάκης και μου ανακοίνωσε όλο χαρά ότι παντρεύεται. "Ένα πολύ καλό κορίτσι από σπίτι", λέει, το οποίο, επιπλέον, "έχει ξετρελάνει και τη μανούλα" του (ο πατέρας του δεν ζει). Χάρηκα κι εγώ με τη χαρά του.
- Σπίτι βρήκατε;
- Ναι αμέ! Όχι τίποτα ακριβό, ένα δυαράκι στο Χαλάνδρι, αλλά μας κάνει για αρχή. 
- Η μανούλα το είδε; Της άρεσε;
- Ξετρελάθηκε!
- Να μαγειρεύει ξέρει; Τι λέει η μανούλα; 
- Έφτιαξε ένα φρικασέ τις προάλλες και ξετρελάθηκε;
- Ποιος η μανούλα;
- Ε ποιος άλλος;… Αφού σου λέω είναι από σπίτι η κοπέλα. 
- Ωραία! Άντε με το καλό…
- Στάσου ένα λεπτό. Εσύ που ξέρεις τα πολλά, και είσαι και παντρεμένος, ποια συμβουλή θα μου έδινες για να στεριώσω καλό σπιτικό.

- Χμμ... κοίταξε Μανωλάκη, ελάχιστα ξέρω, αλλά αυτό που θα σου πω το ξέρω καλά. «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου» λέει η εντολή, και σωστά τα λέει, αλλά θαρρώ ότι την κατανόησες λάθος. Στη δική σου περίπτωση, και ήδη άργησες, άλλο πρέπει να κάνεις: ΝΑ ΤΗ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ!
….. (κόκκαλο ο Μανωλάκης. Αλλά συνήλθε γρήγορα.)
- Τι;… Πώς;… Ποιον να σκοτώσω ρε θεοπάλαβε;
- Τη μανούλα σου Μανωλάκη να "σκοτώσεις". Μην τρομάζεις. Να τη σκοτώσεις μέσα σου εννοώ. Να βρει τη θέση που της αξίζει τώρα που παντρεύεσαι. Αυτή του ανύπαρκτου θηλυκού στη ζωή σου. Και της όμορφης σκιάς της μάνας, που στέκει μακριά και αγαπάει με τη σιωπή της. Δύο θηλυκά στη ζωή του παντρεμένου δεν χωρούν. Δύο έρωτες μαζί είναι δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη. Δεν μπορείς να τα κρατήσεις. Ένα απ’ τα δυό θα πέσει. Εσύ θα διαλέξεις ποιο. 

(Δεν απάντησε, έφυγε σκεφτικός. Θα παρακολουθήσω όμως την πιθανή εξέλιξη του Μανωλάκη σε Μανώλη, και θα ενημερώσω)

8/1/14

Η συνισταμένη των δυνάμεων είναι μηδέν.

Ελάχιστες πια οι ελπίδες να ανακάμψει ο τόπος. Δεν αναφέρομαι στους οικονομικούς δείκτες.Αυτοί φαίνεται ότι θα αποτελέσουν μια παρένθεση μικρής χαραμάδας φωτός, αλλά γρήγορα θα κλείσει. Γιατί τα πλεονάσματα και οι μειώσεις(;) προσωπικού δεν αρκούν για να δώσουν πνοή σιγουριάς και αισιοδοξίας σε μια χώρα παράλυτη και, κυρίως, διχασμένη. 
 
 Η Ελλάδα δεν ήταν Ιρλανδία ούτε Ισπανία. Τα προβλήματά της τα κουβαλούσε από πολύ παλιά. Από την εποχή της φουστανέλας και των πρώτων δανείων. Η χώρα απελευθερώθηκε χύνοντας ποταμούς αίματος, αλλά δεν απελευθερώθηκε μόνη της, με τις δικές της δυνάμεις. 
 «Η Ελλάδα είναι ένα ιστορικό λάθος» είχε πει κάποτε ο μακαρίτης ο Αξελός. Αυτή η τρομακτική πρόταση, αν διαβαστεί σωστά, δύναται να ερμηνεύσει όλες τις πτυχές του νεοελληνικού φαινομένου έτσι όπως προέκυψε μετά την Ανεξαρτησία. Για να γίνει αυτό όμως, πρέπει να πάμε πολύ πίσω. Στις δομές που συντήρησαν τη σκλαβιά τέσσερις αιώνες, στο φρόνημα που σφυρηλατήθηκε σε αυτό το χρόνο, στους λόγους που οδήγησαν στην Επανάσταση, στους λόγους που δεν κατάφερε με τις δικές ΤΗΣ δυνάμεις να οδηγήσει σε αποτίναξη του ζυγού, για να φτάσουμε στη δημιουργία ενός «ελεύθερου κράτους» καταδικασμένου να ζήσει μέσα στο ανελεύθερο του ετεροκαθορισμού και της εξάρτησης. Και βέβαια έξω από κάθε ιδέα διαφωτισμού. Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς και πώς; Αυτό είναι το ερώτημα. Και φοβάμαι πως η απάντηση, κρύβει πολύ πόνο. Και κανείς δεν θέλει να πονέσει.
Ωστόσο αυτή η «ιστορική στρέβλωση» του δώρου της ελευθερίας από άλλους, δεν ήταν ελληνική πρωτοτυπία ούτε νομοτελειακά οδηγεί στην κατάρρευση. Αρκεί να συνειδητοποιήσει ο αδύνατος ότι οφείλει να ανοίξει το βήμα του, να σφίξει τα δόντια και να διανύσει πιο γρήγορα την απόσταση που έχει τρέξει ο δυνατός. Όχι απαραίτητα για να τον φτάσει, αλλά για να αποφύγει τη ντροπή του τελευταίου. Και η Ελλάδα δεν την απέφυγε.
 Έχουν γραφτεί τόμοι για τα πώς και τα γιατί. Και πέρασαν τα χρόνια σε συνθήκες εθνικής αφασίας και νιρβάνα… και μετά ήρθε η χρεοκοπία του 2010. Θα το επαναλάβω άλλη μια φορά γιατί κατά ένα περίεργο λόγο ελάχιστοι το έχουν κάνει κτήμα τους. Η Ελλάδα χρεοκόπησε επίσημα τον Μάιο του 2010. Στο τέλος εκείνου του μήνα, χωρίς τα δανεικά των ευρωπαίων, δεν θα πλήρωνε μισθούς και συντάξεις. Και παύλα. 
Απέναντι σε αυτήν την μεγάλη εθνική καταστροφή η χώρα βρέθηκε έχοντας μικρά αναστήματα εντός βουλής. 
 Ο Καραμανλής, ο μεγάλος υπεύθυνος, θα κατηγορηθεί από τον ιστορικό του μέλλοντος όχι γιατί δημιούργησε την τραγωδία, αλλά γιατί, αν και πανίσχυρος τα πρώτα χρόνια, επιτάχυνε τα βήματα προς το γκρεμό. Λες και είχε προηγούμενα με τον ευλογημένο τόπο. Λες και το έκανε επίτηδες. Δεν το έκανε όμως. Ήταν ανίκανος και ανεύθυνος. Αν δεν λεγόταν Καραμανλής, θα κολλούσε γραμματόσημα σε κάποιο υποκατάστημα ΕΛΤΑ. Προς το τέλος, κάτι πήγε να καταλάβει, αλλά ήταν αργά. Η χώρα είχε πέσει ήδη στα βράχια του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Έφυγε ανυπόληπτος και ταπεινωμένος.  
Ο Παπανδρέου θα κατηγορηθεί κάποτε από τον ιστορικό του μέλλοντος ότι την ώρα που ο Καραμανλής ξυπνούσε για κάποια λεπτά από το λήθαργο και πήγαινε να μπουσουλήσει, εκείνος έμπαινε μπροστάρης στις διεκδικήσεις του κάθε πικραμένου. Διεκδικήσεις από πού; Από ποια ταμεία; Από ποια οικονομία; 
Στη συνέχεια, ως πρωθυπουργός κατάλαβε κι αυτός, προσγειώθηκε ανώμαλα και δέχομαι ότι προσπάθησε. Δύσκολος εκείνος ο χειμώνας και η άνοιξη του 2010 για κρίσεις και απόλυτες βεβαιότητες. Και εύκολες οι απόψεις του στυλ «αν έκανε αυτό και όχι το άλλο τότε…». Μακριά από δω. Εκείνο όμως που θα τολμήσω να του καταλογίσω είναι ότι δεν είπε την αλήθεια, δεν λύτρωσε τον τόπο με μια συγγνώμη τόσο μεγάλη και ταπεινή, όση η αλαζονεία της πασοκικής πολυετούς διακυβέρνησης. Με άκηδες και τσουκάτους και μαντέληδες. Γιατί οι μεγάλοι ηγέτες, αναλαμβάνουν να σηκώσουν βάρη και ευθύνες ακόμα και αυτές που δεν τους αναλογούν. 
Ο Αντώνης Σαμαράς θα κατηγορηθεί κάποτε από τον ιστορικό του μέλλοντος ότι την ώρα της μεγάλης μάχης για εθνική επιβίωση εκείνος αυνανιζόταν με την καρέκλα του πρωθυπουργού. Ανούσια ζάππεια, καταστροφικές αντιευρωπαϊκές κορώνες, παιχνίδια εξουσίας και κοκορομαχίες την ώρα που ο τόπος βυθιζόταν. Αργότερα κατάλαβε κι αυτός. Μπήκε στο χορό, έδειξε σημάδια ότι προσγειώθηκε, αλλά, είπαμε, μικρό το ανάστημά του. Δεν έχει όραμα, διαχειρίζεται την κρίση, την παλεύει με λόγια και ευχές, δεν προχωράει σε τομές και ρήξεις. Και αυτός οφείλει μια συγγνώμη στο λαό και μια απερίφραστη καταδίκη της διακυβέρνησης Καραμανλή. 
Στο σημείο αυτό, λένε, για να είναι ζυγιασμένο το άρθρο πρέπει ειπωθεί κάτι και για τον Τσίπρα. Μα τι να πω; Αυτός δεν κυβέρνησε. Αυτός δεν ήρθε αντιμέτωπος με την πραγματικότητα για να στηθεί στο σκαμνί της κριτικής. Υπόσχεται, λέει, δεσμεύεται, οραματίζεται μια Ελλάδα απαλλαγμένη από μνημόνια και εξαρτήσεις, μια Ελλάδα περήφανη και ευημερούσα. Και αν τα καταφέρει; Μπορεί. 
Λοιπόν, με αυτό το «μπορεί» ο Αλέξης Τσίπρας θα είναι, ίσως, ο επόμενος πρωθυπουργός. Και θα είναι πολύ χαρούμενος εκείνη τη μέρα και τις μέρες που θα ακολουθήσουν θα συμβεί μια μεγάλη σύγκρουση. Ίσως η μεγαλύτερη στην μεταπολεμική Ελλάδα. Η σύγκρουση ενός «οράματος» με την πραγματικότητα. Θα είναι τέτοιος ο ήχος της που θα ακουστεί στα πέρατα της οικουμένης. Και το ερώτημα είναι: θα την ρουφήξει ή θα τον ρουφήξει; (η πραγματικότητα). Πόνταρε 10 προς 1. Μάντεψε όμως σωστά και δράσε ανάλογα. 
Με τους υπόλοιπους, Βενιζέλο, Καμμένο, Κουβέλη, Παπαρήγα, δεν θα ασχοληθεί λεπτομερώς και διεξοδικά ο ιστορικός του μέλλοντος. Θα αναφερθούν ως υποσημειώσεις. Μεγαλύτερες ή μικρότερες. Και ίσως ένας ψυχίατρος ασχοληθεί με την περίπτωση του Καμμένου. (Ο τελευταίος κακώς κυκλοφορεί ελεύθερος).  
 Στοπ εδώ οι προφητείες. Αρκούν. 
Κάποτε ο ιστορικός του μέλλοντος θα κατηγορήσει τέσσερις πολιτικούς άνδρες. Ήταν και οι τέσσερις στο ίδιο καράβι. Και το καράβι βυθιζόταν μέσα σε θύελλα και τρικυμία. Και ο καθένας βαστούσε δικό του τιμόνι. Τέντωνε δικά του πανιά. «Από δω πρέπει να πάμε», «όχι, από δω να πάμε», «σκάστε από δω θα πάμε», «πάμε όπου γουστάρει ο καθένας». 
 Σε αυτή την περίπτωση, μας λέει η Φυσική, η συνισταμένη των δυνάμεων είναι μηδέν.
 Το πλοίο δεν κινείται, ούτε μπρος ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά.
               Βυθίζεται αύτανδρο.    

7/1/14

Θέλει να ληστέψει τράπεζα.

- Πες ότι ο κόσμος έμενε ακίνητος για μια μέρα, σταματούσε ο χρόνος, αλλά εσύ θα μπορούσες να συνεχίσεις να σκέφτεσαι να κινείσαι να μιλάς. Τι θα έκανες σε αυτή τη μέρα γνωρίζοντας ότι κανείς δεν θα ήξερε μετά ότι το έκανες εσύ; 
- Νομίζω ότι θα έκανα κάποια ληστεία σε τράπεζα. Η φαντασίωσή μου είναι να πάω και να σηκώσω μερικά εκατομμύρια ευρώ για να μη χρειαστεί να ξαναδουλέψω για το υπόλοιπο της ζωής μου, και απλά να περνάμε γαμάτα εγώ και ο Τάσος. (Αύγουστος Κορτώ, συγγραφέας)

Όταν ο Μήτσος ο νταλικιέρης σκέφτεται και απαντά έτσι είναι παρακμίας, χυδαίος, λαϊκάτζα, άξεστος, αμόρφωτος, απαίδευτος, μια απ’ τα ίδια, μαλάκας. 
Όταν ο συγγραφέας σκέφτεται και απαντάει έτσι είναι εύστροφος, ευρηματικός, ανατρεπτικός, προχωρημένος, τρέντυ, ουάου!

Συμπέρασμα: το πρόβλημα το έχουμε ΕΜΕΙΣ που μένουμε άναυδοι και εκστασιασμένοι από τέτοιες απαντήσεις, ή στην καλύτερη προσπερνάμε με ένα "ντάξει μωρέ...". Όχι ο συγγραφέας. 
Κάπως έτσι ορίζεται η παρακμή.

17/12/13

Αυτή είναι η τραγωδία της χώρας.

- Ρε δε ντρέπεται ο Τσουκαλάς που πήρε 1 εκ. εφάπαξ;
- Ναι καλά. Εσύ είδες τι έκανε ο Λιάπης που κυκλοφορούσε με πλαστές πινακίδες και ανασφάλιστο όχημα;
- Γιατί δεν μιλάς για τον Σταθάκη και τον Τσακαλώτο με τις μεγαλοεπενδύσεις τους; 
- Εσύ γιατί δεν μιλάς για τον Παπαντωνίου που έκανε ψεύτικο πόθεν έσχες;
- Εσύ γιατί δεν μιλάς για τον Μαντέλη;
- Εσύ γιατί δεν μιλάς για τον Καπερνάρο;
- Εσύ γιατί δεν μιλάς για τον Ψωμιάδη;

Αυτή είναι η τραγωδία της χώρας (και αυτή). Ο καθένας βλέπει την καμπούρα του άλλου και αυτή καταγγέλλει. Τη δική του (των δικών του) δεν την βλέπει. Το παράνομο και το ανήθικο μονοπωλείται πάντα από τους αντιπάλους. Οι δικοί μας είναι παρθένες. 
Πολίτες για κλάματα. Πολιτική σκέψη νηπιαγωγείου. Ήθος και εντιμότητα μικροαπατεώνα. Μυαλό σαρδέλας. 
Έχει και πιο κάτω. Θα δείτε.

14/12/13

Θα μάθετε να λέτε λιγότερα και να εννοείτε περισσότερα.

Ένα εφηβικό "ατύχημα" (λάθος επαγγελματικός προσανατολισμός), μου στέρησε την είσοδο στο πανεπιστήμιο. Ήταν μια τραυματική εμπειρία που ποτέ δεν ξεπέρασα. 
Πολλά χρόνια αργότερα στάθηκα τυχερός. Έκανα αίτηση στο ΕΑΠ (Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο) και ξεκίνησε το ταξίδι... Κράτησε 11 χρόνια. Ναι, άργησε, αλλά δεν γινόταν αλλιώς (οικογένεια, δουλειά, υποχρεώσεις…). Ωστόσο τελείωσε. Την περασμένη εβδομάδα πήρα το πτυχίο. Δύσκολο πτυχίο. Απαίτησε τη συγγραφή 37 εργασιών των 2500 λέξεων. Θα μπορούσε να ήταν και βιβλίο. 
Τα λίγα και ασήμαντα (για σας) παραπάνω, ήταν πρόλογος για τα παρακάτω:

Όποιος νομίζει ότι τελειώνοντας ένα πανεπιστήμιο θα γίνει σοφός ή αξίζει περισσότερο ως άνθρωπος, σφάλει. Ποτέ δεν ξεχώρισα τον ψαρά, από τον πολιτικό επιστήμονα. Ούτε τον αμόρφωτο αγρότη που έμαθε να οργώνει τίμια τη γη, από τον αστροφυσικό του Χάρβαρντ. Άλλωστε το δήλωσε ρητά κάποτε ο Ρουσσώ: «η ευγενικότερη απ ̓ όλες τις ανθρώπινες ασχολίες είναι η Γεωργική τέχνη» (στον Αιμίλιο, θαρρώ). Και πολύ αργότερα ειπώθηκε και αλλιώς: «έκαστος στο είδος του…». 
Αχρείαστα δηλαδή τα πανεπιστήμια; Όχι βέβαια. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να ανοίξει παρένθεση με το βάρος κάθε Σχολής, και σίγουρα κάνοντας τη διάκριση ανθρωπιστικές και φυσικές-θετικές επιστήμες. (Δεν την ανοίγω γιατί δεν ξέρω πώς κλείνει) 

Τεράστιος ο όγκος των πληροφοριών που καλείται να χωνέψει ένας φοιτητής. Τι μένει στο τέλος; Πόσες θυμάται από αυτές που διάβασε-του δίδαξαν; Ελάχιστες. Κάποιος, λένε ο Αϊνστάιν, έτσι όρισε τη μόρφωση: «Η μόρφωση είναι αυτό που απομένει, όταν κάποιος ξεχάσει αυτά που έμαθε στο σχολείο» (βλ. και πανεπιστήμιο). 
Και τι απομένει όταν έχεις ξεχάσει αυτό που έμαθες; Νομίζω ότι δύο πράγματα είναι αυτά που μένουν. Το πρώτο έχει να κάνει με το κέρδος από την προσπάθεια αυτή καθ’ αυτή. Ο επίπονος αγώνας και η προσπάθεια για την κατάκτηση ενός αγαθού σκοπού, επιστρέφει ως εσωτερική συγκρότηση και αρετή. Αυτό τυπώνεται μέσα σου. 
Το δεύτερο είναι διανοητικής φύσεως. Έχει να κάνει με το λεγόμενο τρόπο σκέψης, ή αλλιώς, "εργαλείο σκέψης". Μαθαίνεις να σκέφτεσαι λογικά. Να πειθαρχείς στην επιστημονική μέθοδο και τα εργαλεία της. Να κρατάς τους τόνους χαμηλά και να αποφεύγεις τις πομπώδεις κρίσεις. Να ακολουθείς τον κανόνα «πρώτα κατανοώ και μετά κρίνω. Γιατί αν πετύχω το πρώτο, οδηγούμαι με μεγαλύτερη ασφάλεια στο δεύτερο». Αυτό δεν ξεχνιέται.

(Πάμε στον επίλογο)

Τολμήστε. Θα μάθετε να λέτε λιγότερα και να εννοείτε περισσότερα.

8/12/13

Το δικό τους λύνεις.

"Και ποιους να αποφεύγω", με ρώτησε κάποιος; 
"Τους πονόψυχους που κάνουν μπαμ από μακριά", του απάντησα. 
- Και πώς κάνουν μπαμ; 
- Συνήθως είναι ικανοί να μιλούν με τις ώρες για το πρόβλημά σου. Το έχουν ανάγκη: 
«Τι λες ρε παιδί μου σοβαρά; Πολύ λυπάμαι. Σπαράζει η καρδιά μου. Αχ τι μου λες, σε καταλαβαίνω απόλυτα…». Στο τέλος, και το πρόβλημά σου δεν λύνουν, και κοιμούνται σαν πουλάκια. 
- Σαν πουλάκια; Είναι δυνατόν; 
- Ναι, γιατί – χωρίς να το καταλάβεις - έλυσες το δικό τους.

25/11/13

Να κοντοστέκεσαι και πίσω να κοιτάς.

Είναι κι αυτά τα ανόητα mottos. Κάποιο λέει ότι "πρέπει να κοιτάμε μόνο μπροστά, όχι πίσω".
Και οι εμπειρίες και τα βιώματα πού είναι; Και οι δοκιμασίες και οι προκλήσεις πού είναι; Και οι αναμνήσεις πού είναι; Και τα παθήματα που έγιναν μαθήματα πού είναι;
Και όλα τα παραπάνω που συνιστούν γνώση, πού είναι; Μπροστά;
Όχι. ΠΙΣΩ είναι.

Να κοντοστέκεσαι και πίσω να κοιτάς. Μη βιάζεσαι, σκέψου. 
Ξεκίνα τώρα, κοιτώντας μπροστά. Είναι όλα πιο καθαρά. 
«έτσι σοφός που έγινες…»

Κάπως έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι η χώρα δεν βρίσκει δρόμο μπροστά. Γιατί δεν κοίταξε ποτέ σοβαρά πίσω.

14/11/13

Έτσι τιμάει κανείς τις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις.

Καμία κυβέρνηση και κανένας υπουργός Παιδείας δεν έχει τιμήσει την επέτειο του Πολυτεχνείου έτσι όπως της πρέπει. Να αποφασίσει δηλαδή εκείνη τη μέρα να ΚΑΤΑΡΓΗΣΕΙ με νόμο (ναι, με νόμο) τις κομματικές νεολαίες στα πανεπιστήμια.

Και περισσότερο ΨΩΜΙ θα περίσσευε (από άχρηστες επιδοτήσεις και χρήματα που πάνε στο βρόντο - πανό αφίσες φυλλάδια κα).

Και καλύτερη ΠΑΙΔΕΙΑ θα είχαμε (στα αμφιθέατρα θα μάθαιναν γράμματα οι φοιτητές, θα ήταν χώρος γνώσης και αναζήτησης, και όχι αρένα επίλυσης κομματικών διαφορών – απειλές κατά καθηγητών, χαβαλές και τραπεζάκια με πολιτικά μανιφέστα).

Και η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ θα αποκτούσε πραγματικό νόημα (πόσο ελεύθερος σήμερα είναι ένας φοιτητής να αφιερωθεί απερίσπαστος στην επιστήμη του; Τι σόι ελευθερία είναι ο κανιβαλισμός της εκπαιδευτικής διαδικασίας;)

Έτσι τιμάει κανείς τις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις. Τους αγώνες και το αίμα των αγωνιστών. Παίρνεις την ουσία ενός Αγώνα, που έγινε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, και την μεταπλάθεις. Την προσαρμόζεις στις προκλήσεις και τα προβλήματα του παρόντος. Γιατί εκείνος ο πρώτος Αγώνας έγινε για να ΑΛΛΑΞΟΥΝ τα πράγματα. Πόσο τον τιμάς όταν θέλεις να παραμείνουν όλα ΙΔΙΑ;

12/11/13

H άλλη όψη του νομίσματος.

Το εύκολο ερώτημα αν θες να συναντήσεις έναν καλοντυμένο κύριο, με τρόπους, με σπουδές, με φινέτσα και χιούμορ και άποψη για την κλασική μουσική… ή έναν αγράμματο, φτωχό, λαϊκό, με ανοιχτό πουκάμισο, σταυρουδάκι στο στήθος και άποψη για τον Καζαντζίδη… γίνεται αυτομάτως δύσκολο...
αν σε πιάσει λάστιχο και δεν ξέρεις να τ’ αλλάξεις. 
Να εύχεσαι να είσαι στο Πέραμα και στην Κοκκινιά, και όχι σε Εκάλη και Κηφισιά.
Γιατί είναι στιγμές που τίποτα δεν αξίζει όσο ένα "χεράκι".

6/11/13

Ο χαβαλές.

Σαν πολύ χαβαλέ δεν παράγουν οι κάτοικοι αυτής της χώρας; 
Ίσως γι’ αυτό γνωρίζουν καλά να καταναλώνουν δυστυχία.
Και στο τέλος θα πέσουν. Όχι ως ήρωες (τι τιμή!). 
Αλλά ως χαβαλέδες.

(Ο χαβαλές (ουσ.) δεν είναι ούτε αστείο, ούτε χιούμορ, ούτε ψυχαγωγία, ούτε ακόμα και διασκέδαση. Ο χαβαλές, εκτός των άλλων, είναι συνώνυμο της αποχαύνωσης, της ανευθυνότητας και της χαζοχαρούμενης διάθεσης. Ενίοτε εμφανίζεται στα τελευταία στάδια πριν την αυτοχειρία. Ακολουθούν η κατάθλιψη, η απελπισία...)

27/10/13

Εδώ γράφτηκε ιστορία.

Προσπερνώντας τις ανόητες, κάθε χρόνο, αναφορές περί του «ποιος είπε το ΟΧΙ», ξεχάσαμε, ή μάλλον δεν μάθαμε ποτέ, ΠΟΥ ειπώθηκε το ΟΧΙ. Τα πάθη, τα μίση και οι διχασμοί δεν μας άφησαν. 
Όλα μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς. Ένα δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Ότι στο σπίτι αυτό γράφτηκε μια από τις πιο σημαντικές σελίδες της νεώτερης ιστορίας. Οδός Στρατηγού Δαγκλή 10 και Κεφαλληνίας, Κηφισιά. Το σπίτι του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.

Χρόνια τώρα υποστηρίζω ότι αυτό το σπίτι έπρεπε να είναι μουσείο με ευθύνη της πολιτείας. Εκεί που άλλοι λαοί φτιάχνουν μουσεία και "τόπους μνήμης" με αφορμή ασήμαντα (πολλές φορές) ιστορικά γεγονότα, πρόσωπα, πράξεις και τόπους που τα συνδέουν, εμείς έχουμε απεμπολήσει αυτό το προνόμιο στο όνομα μιας διχόνοιας και μιας πολιτικής θολούρας που δεν έχει τελειωμό. 
Η ιστορική έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη. Κάποια πρόσωπα, όπως ο Μεταξάς, φορτίζουν ακόμα και μετά από τόσα χρόνια. Όχι άδικα, καθώς υπήρξε δικτάτορας. Η ιστορία όμως δεν είναι άσπρο μαύρο. Ούτε η αγιοποίηση, αλλά ούτε η δαιμονοποίηση είναι δουλειά της ιστορίας. Αλλά και όσων αποτιμούν με νηφαλιότητα τα ιστορικά γεγονότα.

Στο σπίτι του Μεταξά παίχτηκε μια άκρως δραματική σκηνή. Από τις πιο δραματικές της νεοελληνικής ιστορίας. Κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει.
Δεν κρατήθηκαν πρακτικά της κρίσιμης συνάντησης μεταξύ του Ιωάννη Μεταξά και του πρέσβεως της Ιταλίας Εμμανουέλλε Γκράτσι, οπότε δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με απόλυτη ακρίβεια τον διάλογο μεταξύ των δύο ανδρών. Ωστόσο ο ίδιος ο πρέσβης της Ιταλίας Εμμανουέλλε Γκράτσι, από το βιβλίο του «Η αρχή του τέλους - η επιχείρηση κατά της Ελλάδος» γράφει για τη μεγάλη εκείνη στιγμή της Ελληνικής Ιστορίας:

«Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνησίς μου, μου είχε αναθέσει να το εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την Ελλάδα, με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε: «Alors, c'est la guerre» (Λοιπόν, έχουμε πόλεμο).»

Οδός Στρατηγού Δαγκλή 10, Κηφισιά.

(Κάθε 28η Οκτωβρίου, το σπίτι είναι ανοιχτό από τις 10 έως τις 2.30 μμ. Τους επισκέπτες υποδέχεται και ξεναγεί η αρχαιολόγος Ιωάννα Φωκά-Μεταξά, εγγονή του Ιωάννη Μεταξά)

22/10/13

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο «παραμύθι» από την απόδειξη του μύθου.

Ήταν 1984 όταν προβλήθηκε αυτή η ταινία («Τα χρόνια της θύελλας»). Ήμουν 17 χρονών παλικαράκι, μαθητής λυκείου. Όταν βγήκα από τον κινηματογράφο, κάπου στα Πατήσια, έτρεχαν ακόμα δάκρυα τα μάτια μου. Η σκηνή του αποχωρισμού στο τέλος, και η άλλη με τον Κατράκη, με στοίχειωσαν για χρόνια.

Ένα χρόνο πριν, ένας αγαπημένος καθηγητής μου – δεν ζει- μας μάζευε στα διαλείμματα και μας μιλούσε για πολιτική. Ήταν "αριστερός" – έτσι γενικά τον θυμάμαι. Από εκείνον άκουσα για πρώτη φορά τις λέξεις «παρακράτος της δεξιάς», «λαϊκή κυριαρχία» και «σοσιαλιστικός παράδεισος». Μου είχε δώσει, θυμάμαι, ένα βιβλίο για την Αλβανία που μιλούσε για την «κοινωνική δικαιοσύνη» στη χώρα και τα «άλματα προόδου» που είχε κάνει. Δεν θυμάμαι τίτλο (εκδ. Σύγχρονη Εποχή), θυμάμαι όμως καλά ότι περίμενα πως και πως να τελειώσω το σχολείο να πάω να ζήσω στην Αλβανία. Λίγο αργότερα άλλαξα άποψη. Διάβασα το «Ο Σοβιετικός τρόπος ζωής» (αυτό στη φώτο - το βρήκα χθες τυχαία σε ένα μπαούλο στο πατρικό μου - το είχε κρύψει η μάνα μου) και τα Τίρανα αντικαταστάθηκαν από τη Μόσχα. Τόσο με είχε επηρεάσει.

Μετά ήρθε η ταινία. Και μετά ήρθε ο «Αμάρμπεης». Ο Καπετάνιος της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Θεόδωρος Καλλίνος. Τον γνώρισα τυχαία σε ένα κουρείο. Το γραφείο του ήταν στη Σωκράτους, απέναντι από το παλιό εφετείο. Εκεί έμπαιναν και έβγαιναν παλιοί αντάρτες και καπεταναίοι. Και εγώ καθόμουν σε μια γωνία και με το στόμα ανοιχτό ρουφούσα ιστορίες της Αντίστασης.

Λένε ότι στην εφηβεία τυπώνεται ο δεύτερος κώδικας στο μυαλό του ανθρώπου. Αυτός παραπάνω ήταν, με δυο λόγια. Ο πρώτος ήταν άλλης «ποιότητας». Κατάγομαι από δεξιά οικογένεια. Και από μάνα και από πατέρα. Από μικρός άκουγα ιστορίες για τους «κακούς κομμουνιστές» που κυνηγούσαν τους συγγενείς μου. Ο παππούς μου «πήδηξε από το παράθυρο όταν μπήκαν οι αντάρτες στο σπίτι να τον πιάσουν και έτρεξε σαν άνεμος να χαθεί». Τον θείο της μάνας μου, ένστολο της χωροφυλακής, «τον σκότωσε η ΟΠΛΑ» (εκτελεστικό όργανο του ΚΚΕ) στον Κολωνό. Τέτοια άκουγα μικρός, και από τα δύο σόγια. 
Η σύγκρουση μέσα μου ήταν μοιραία. Αλλά πάντα ο νέος κώδικας εγγράφεται πάνω από τον παλαιό. (Αλλά και εκείνος ο παλιός δεν εξαφανίζεται τελείως…)

Στα 18 μου ήταν έτοιμος πια για τη δική μου επανάσταση. Ύψωσα ανάστημα απέναντι στο δεξιό παρελθόν της οικογένειάς μου. “Κάντε στην άκρη να περάσει ο «αριστερός αλικάκος»”. Οικογενειακό σκάνδαλο! 
Θυμάμαι τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου από τη Μάνη να λέει στον πατέρα μου: «αν είχα γιο κουμμουνιστή θα τον έδιωχνα από το σπίτι». Μπροστά μου. Ο πατέρας μου ένα ράκος με την κατάντια μου. Λίγους μήνες πριν είχε έρθει στο συντηρητικό σχολείο που πήγαινα και είχε ζητήσει τη βοήθεια των καθηγητών. «Χάνω το παιδί μου. Διαβάζει μόνο Μαρξ και Λένιν», τους είπε. Βρέθηκε ένας φωτισμένος και κάπως τον ηρέμησε: «μην ανησυχείτε, ας τους διαβάζει, θα βρει το δρόμο του…».

Και τον βρήκα. Στα χρόνια που πέρασαν ήρθαν τα πάνω κάτω μέσα μου. Μεγάλη ιστορία το πώς - άλλη φορά... Σημασία έχει ότι κατάφερα, σιγά σιγά, να μπορώ να διαβάζω ή να ακούω οποιαδήποτε άποψη από οποιοδήποτε χώρο (πολιτικό, θρησκευτικό, κοκ), όσο «τρελή» και να είναι, χωρίς να ταράζομαι. Υπό μια προϋπόθεση: να μην περιέχει «απόδειξη». Τι εννοώ; Ενώ μπορούσα να ακούσω ατάραχος την άποψη ότι, για παράδειγμα, ο Ιησούς περπάτησε στο νερό, δεν μπορούσα να ακούσω τις «αποδείξεις» γι’ αυτό. Ενώ μπορούσα να διαβάσω ατάραχος την άποψη ότι υπάρχουν καλικάτζαροι, προσπερνούσα θυμωμένος το κεφάλαιο των «αποδείξεων».

Σήμερα πια λατρεύω τους παραμυθάδες και τα παραμύθια τους. Το μύθο δηλαδή που γνωρίζει ότι είναι μύθος. Και μισώ οποιαδήποτε προσπάθεια εξορθολογισμού τους. Μπορώ να ακούσω «τέρατα» με μεγάλη ευχαρίστηση, κι αν έχουν και παιδαγωγικό χαρακτήρα, ή έστω ψυχαγωγικό, με ακόμη μεγαλύτερη. Μην αρχίσεις όμως τα «επιχειρήματα» και τις «αποδείξεις». Θα με κακοκαρδίσεις. Και στο τέλος θα τα σπάσουμε.

Θέλω να μείνω εκεί, στην αθωότητα των πρώτων μου μύθων. Στην επιθυμία μου να ζήσω στα Τίρανα και τη Μόσχα. Στους «επίγειους παραδείσους» της εφηβείας μου. Και αυτούς, και τους άλλους κόσμους των καπεταναίων με τα τρομερά κατορθώματά τους, κάτι από άνθρωπο κάτι από Διγενή. Και στην ταινία με τον Κατράκη, με τους «καλούς» από δω και τους «κακούς» από κει. Αλλά και τις άλλες τις παιδικές ιστορίες, με τους «κακούς κομμουνιστές», τον «καλό χωροφύλακα» θείο μου και τον παππού μου που «είχε φτερά στα πόδια».

Όλους και όλα έτσι θέλω να τα θυμάμαι. Μην υψώνεις λοιπόν το δάκτυλο προσφέροντας «αποδείξεις», σε παρακαλώ.
Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερο «παραμύθι» από την απόδειξη του μύθου. Και είναι παραμύθι κακογραμμένο και αντιπαιδαγωγικό. Ανόητο και ανέντιμο. Χυδαίο και απάνθρωπο. 
Ένα καλό παραμύθι δεν σου ζητάει τίποτα. Παρά μόνο να προστατέψεις το ψέμα του.
Αυτός κι αν είναι αγώνας!