4/12/07

Οι τρελοί και οι μισότρελοι.

Αγαπώ τους τρελούς και πολύ τους συλλογιούμαι. Δεν είναι οίχτος ζωής αυτό, αφού οίχτος είναι το περίττωμα της καλοζωισμένης ψυχής. Είναι αληθινή αγάπη, γεμάτη τρυφερότητα και σεβασμό, προς το νέο και παράξενο πλάσμα, που βγήκε από τη βαρετή και ομοιόμορφη πλειοψηφία των λογικών ανθρώπων και κινείται πια μέσα στους δικούς του νόμους.
(από το Γαλάζιο Βιβλίο του Σ. Μυριβήλη)

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους. Είναι βλέπετε η δουλειά μου τέτοια που με έφερε κοντά σε αρκετά είδη ανθρώπων. Στη δημοσιογραφία γνωρίζεις τα άκρα. Ούτε το σύνηθες, ούτε το μέσο όρο.
Οι άνθρωποι που δημιουργούν τα μεγάλα, αλλά και τα μικρά γεγονότα που ακούμε στη καθημερινή ειδησεογραφία, είναι διαφορετικοί. Κάποτε μοιάζουν με μας, αλλά στην επιφάνεια.
Από τον σήριαλ κίλερ και τον επαγγελματία μαυραγορίτη, μέχρι τον νομπελίστα καθηγητή και συγγραφέα, υπάρχει μια απόσταση τεράστια. Ενώνεται όμως από μια λέξη: είδηση. Όλοι αυτοί οι τύποι δημιουργούν γεγονότα.

Σχεδόν πάντα, γύρω από τέτοια άτομα συγκεντρώνονται άλλες ομάδες ανθρώπων με αντιφατικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους.
Κάποτε είχα γνωρίσει έναν σπουδαίο άνθρωπο, μια πολύ ευγενική φυσιογνωμία, που αρκετά συχνά έπινε τον καφέ του με έναν γνωστό βαρυποινίτη στις φυλακές Κορυδαλλού. Στη συνέχεια ακολουθούσε άλλο επισκεπτήριο από μια μισότρελη που μόλις τον έβλεπε του έκοβε τα κουμπιά από το πουκάμισο και τα έπαιρνε για φυλαχτό.
Είχα γνωρίσει επίσης μια άλλη μισότρελη που κρεμόταν από τα χείλη ενός σπουδαίου ποιητή. Τον διάβαζε, τον μελετούσε, τον διαφήμιζε, αλλά απείχε ελάχιστα από τη πόρτα του τρελοκομείου (και προς θεού, δεν μιλάω για την άγια πόρτα που διάβηκε ο Νίτσε).
Στον ίδιο κύκλο του ποιητή συνάντησα ανθρώπους διαμάντια. Ισορροπημένους, έντιμους, ειλικρινείς που διψούσαν για γνώση. Διαμάντια σας λέω.

Θέλω να πω, πως πολλές φορές οι ακόλουθοι μιας μικρής ή μεγάλης ιδέας –καλής ή κακής - δεν συνιστούν πάντα αξιόπιστο κριτήριο για το ποιόν της ιδέας.
Μάλιστα, για να προχωρήσω τη σκέψη μου, τις περισσότερες φορές τις μεγάλες ιδέες ακολουθούν μικροί, άθλιοι, ηλίθιοι, ή μισότρελοι άνθρωποι. Το είδαμε με τον χριστιανισμό και τους εκπροσώπους του (βλ. π.χ. Μ. Θεοδόσιος και σφαγές των εθνικών) το είδαμε με τον κομμουνισμό και τους εκπροσώπους του (βλ. π.χ. Στάλιν και μαζικές εκκαθαρίσεις των συντρόφων του Λένιν), το είδαμε με τη δημοκρατία και τους εκπροσώπους της (βλ. π.χ. Μπους και Ιράκ). Και πάει λέγοντας…

Διάβηκα το κατώφλι της 5ης δεκαετίας και ώρες ώρες νιώθω ότι δεν γνωρίζω τίποτα για το είδος των ανθρώπων. Πάνω που λέω ότι το κατέχω το πράμα και έχω αναπτύξει μηχανισμούς εντοπισμού, τσακ, ξεπετάγεται ένας μισότρελος με όμορφο περιτύλιγμα. Μέχρι να το ξετυλίξεις έχεις φάει απανωτά κροσέ σε χρόνο ντετέ. Και μέχρι να ξεζαλιστείς, έχει γίνει το κακό: Έχεις φάει, έχεις πιει μαζί του, έχεις μοιραστεί στιγμές απ’ τη ζωή σου. Μικρές ή μεγάλες, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι έχασες χρόνο αγαπημένο. Και ο χρόνος είναι ζωή.

Τελειώνω από κει που ξεκίνησα.
Τα παλιά χρόνια στα χωριά κυκλοφορούσαν πολλοί τρελοί. Φιγούρες αυθεντικές, άλλοτε μοναχικές και απρόσιτες και άλλοτε σκιές που γυρόφερναν ακατάληπτες λέξεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Μεγάλωσα στην επαρχία και συνάντησα αρκετούς. Μου άρεσε να τους παρατηρώ. Ήταν για μένα ένας άγνωστος κόσμος που ήθελα να εξερευνήσω. Ωστόσο παραμένει και σήμερα άγνωστος.
Θυμάμαι επίσης ότι ήθελα να μιλάω μαζί τους. Στα αυτιά μου ηχούν ακόμα οι φωνές της μάνας μου. Εκείνη ήταν στην αυλή και έπλενε και γω στην αλάνα. «Δημήτρηηηηη μακριά από τον τρελόοοοοο». Ποτέ μου δεν την άκουσα.
Το μυστικό για να μην… σε τρελάνουν οι τρελοί είναι να τους μιλάς σαν να μην είναι τρελοί. Κάτι ανάλογο με τον τρόπο μεταχείρισης των παιδιών από τους μεγάλους (και γω τότε παιδί, σαν από ένστικτο, έτσι τους μιλούσα). Τότε, πιστέψτε με, μπορείτε να ακούσετε σοφές κουβέντες. Ο λαός μας το ‘κλεισε στη φράση: από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.

Σήμερα οι τρελοί είναι μαντρωμένοι σε άσυλα. Στα χωριά σπάνια βλέπεις. Στις πόλεις ποτέ.
Τη θέση τους έχουν πάρει οι μισότρελοι. Και ως τέτοιους ορίζω τους ματαιόδοξους, τους ανέραστους, τους υστερικούς, τους ανερμάτιστους, τους εμμονικούς, τους φοβικούς, τους ψευτοκουλτουριάρηδες, τους μεσσιανικούς, τους ψευτοεπαναστάτες, τους εξουσιομανείς, τους οπαδούς. Γιόμισε ο τόπος από δαύτους.

Θυμάμαι τους τρελούς που συνάντησα, αυτές τις άγιες μορφές ανθρώπων, και νοσταλγώ την εποχή την αθωότητας των παιδικών μου χρόνων.
Φέρνω στο μυαλό μου τους μισότρελους που γνώρισα τα τελευταία δέκα χρόνια (πριν δεν τους έβλεπα) και βλαστημάω την ώρα και τη στιγμή που απέκτησα την ικανότητα (σχετική, όπως προείπα) να τους ξεχωρίζω.
Πάει το παιδί, πάει και η αθωότητά του. Κρύφτηκαν για τα καλά.

22/11/07

Οι αντίχριστοι (2)




Η πρώτη φωτό στις 29/10.
Η δεύτερη στις 22/11.
Στο ίδιο μέρος, από την ίδια γωνία.
Οι τάφοι ενταφιάσθηκαν κάπου αλλού.
Η ζωή οφείλει να προχωρήσει.
Bιάζεται.

29/10/07

Οι αντίχριστοι

Καιρό τώρα περιμένω πως και πως να τελειώσουν τα έργα του μετρό στο Χολαργό για να καταφέρω επιτέλους να απεξαρτηθώ από την κακή συνήθεια του αυτοκινήτου. Σχεδόν κάθε μέρα ρίχνω μια κλεφτή ματιά στα έργα, και μου δίνουν την εντύπωση πως μένουν στάσιμα. Ίσως γιατί τα έχω μπροστά μου (μένω κοντά).
Σήμερα, καθώς περνούσα από το ίδιο σημείο, κοντοστάθηκα, και κοίταξα το οικόπεδο στο οποίο εκτελούνται τα έργα. Δύο-τρεις εργάτες που δεν δούλευαν και μια κοπέλα που μιλούσε στο τηλέφωνο και κοιτούσε χαμηλά με παραξένεψαν. Δίπλα μου κοντοστέκεται ένας


ηλικιωμένος και κοιτά και αυτός. Μπροστά στα πόδια της κοπέλας φαίνεται καθαρά μια μαρμάρινη κατασκευή σε σχήμα παραλληλόγραμμου. Φωνάζω τη σκέψη μου: «αμάν αρχαία».
«Αρχαία;», φωνάζει και ο διπλανός μου σχεδόν με απόγνωση και συμπληρώνει: «πάει το μετρό, θα πεθάνω και δεν θα το δω στη γειτονιά μου». Τρέχω στο αυτοκίνητο και αρπάζω τη φωτογραφική. Το πρώτο καρέ καταγράφει την άγνοια της παρουσίας μου.
Το δεύτερο τη γνώση. Βρίσκομαι πια μέσα στο χώρο του οικοπέδου.
Η γλυκιά αρχαιολόγος πασχίζει να προστατέψει το εύρημα. Το νιώθει δικό της. Δεν θέλει να ασελγήσουν πάνω σε αυτό. Έτσι νομίζω πως ένιωθε όταν σήκωσε το χέρι της φωνάζοντας «όχι».
Κατεβάζω τη μηχανή και την πλησιάζω.


- Τι είναι αυτό; Για τάφος μου μοιάζει.
- Τάφος είναι, αλλά σας παρακαλώ απομακρυνθείτε.
- Μόνο ένας ή και άλλοι;
- Είναι και άλλοι. Ολόκληρο νεκροταφείο.
- Εποχή;
- Κλασική, γύρω στο 500 π.χ. Σας παρακαλώ πρέπει να φύγετε.
Βγαίνω έξω από το οικόπεδο και οι πληροφορίες συμπληρώνονται από έναν εργάτη.
«Βρέθηκαν και οστά. Και πολλά άλλα»*.


Ο ηλικιωμένος κάθεται και ακούει. Στο τέλος στρέφεται σε μένα. Δείχνει οργισμένος.
- Είναι δυνατόν να σταματήσουν τα έργα για ένα μάτσο κόκαλα;
- Μήπως είστε υπερβολικός; Είναι Ελλήνων πριν από 2500 χρόνια.
- Αυτοί ήταν αντίχριστοι.

*περισσότερες πληροφορίες, ίσως, σε μονόστηλο κάποιας εφημερίδας.

22/10/07

Ένα μικρό δώρο

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία λέξη που μέρα με τη μέρα τη μισώ όλο και περισσότερο. Είναι από εκείνες τις πρώτες λέξεις που μάθαμε όταν ήμασταν παιδιά. Που σαν την ακούγαμε μας πλημμύριζε χαρά και το βράδυ δεν κοιμόμασταν από ευτυχία. Είναι μια λέξη που ακόμα και σήμερα συνοδεύει στιγμές ξεχωριστές, στιγμές αγάπης, μια ευχή, ένα χαμόγελο, μια συγκίνηση.
Δεν θέλω πια να την ακούω. Ο ήχος της με απειλεί. Το χαμόγελο που τη συνοδεύει μου φέρνει οργή.
ΔΩΡΟ
Πάνω σε αυτή τη λέξη, χτίζεται εδώ και δεκαετίες ένα μοντέλο υποκρισίας και παρακμής.
"Κερδίσατε ένα δώρο"
"Συμπληρώστε τα στοιχεία σας για να παραλάβετε το δώρο σας"
"Ποιό από όλα τα δώρα διαλέγετε;"
"Το δώρο είναι μοναδικό και μόνο για σας".


Πόσες φορές έχετε ακούσει αυτές τις φράσεις; Στο δρόμο, στο τηλέφωνο, στην τηλεόραση, σε κάποιο μεγάλο κατάστημα;
Τις περισσότερες φορές προσπερνάτε γιατί είστε υποψιασμένοι. Άλλες πάλι σταματάτε και το δέχεστε με ευχαρίστηση, ίσως και ευγνωμοσύνη.
Και όμως, πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί «τι μου λέει τώρα αυτός-η».

Την περασμένη εβδομάδα πέρασα από ένα γνωστό εμπορικό κέντρο. Καθώς χάζευα στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου, ακούω από δίπλα μου μια κοπέλα να μου λέει:
- Αυτό είναι για σας.
Κρατούσε ένα στυλό στα χέρια της, δεν θάλεγα φτηνό, και στο στήθος της είχε καρφιτσωμένη μια καρτέλα με το σήμα μιας εμπορικής μάρκας.
- Τι εννοείτε;
- Είναι δικό σας, σας το κάνουμε δώρο.
- Δώρο;
- Ναι δώρο.
- Ευχαριστώ πολύ.
Μου το δίνει, το παίρνω της λέω «γειά» και κάνω να ξεκινήσω.
- Ε που πάτε;
- Δεν μου είπατε ότι το αντάλλαγμα για το δώρο σας είναι να σας πω πού πάω.
Εκεί η μικρή άλλαξε ύφος.
- Τι λές άνθρωπέ μου; Πήγαινε όπου θέλεις αλλά δώσε μου πίσω τώρα το στυλό.
- Το δώρο;
- Ναι ρε το δώρο.
- Και αν δεν στο δώσω;
- Θα βάλω τις φωνές να έρθει η αστυνομία.
- Λοιπόν θα σου δώσω το στυλό, αλλά θα μου αφιερώσεις ένα λεπτό. Μονάχα ένα.
- Τρελός είσαι άνθρωπέ μου;
- Μπορεί. Λοιπόν, μου δίνεις ένα λεπτό, σου δίνω το στυλό. Έγινε;
- Άντε να δούμε. Το λεπτό ξεκίνησε.
- Πάμε μέσα.
- Πού;
- Στο βιβλιοπωλείο.
- Τι να κάνουμε;
- Θα δεις.
Μπαίνουμε μέσα, βρίσκω ένα πωλητή τον ρωτάω χαμηλόφωνα αυτό που θέλω και στη συνέχεια μαζί με τη μικρή κατεβαίνουμε στο υπόγειο.
- Που με πας παλαβέ;
Δεν της απαντώ. Βρίσκω αυτό που θέλω, γυρίζω στα γρήγορα τις σελίδες και της παραδίδω το ογκόδες βιβλίο ανοιχτό στη σελίδα 405.
- Διάβασε δυνατά.
- Τι να διαβάσω;
- Εκεί κάτω αριστερά.
- Πού;
- Κάτω από τη λέξη «δωρισμός».
- Δώρο. Ότι προσφέρεται…
- Δυνατά να σε ακούω.
- Δώρο. Ότι προσφέρεται χωρίς αμοιβή…
Προσποιούμαι τον νευριασμένο.
- Κοπέλα μου με κοροϊδεύεις; Δεν έχεις φωνή; Δυνατά σου λέω. Γιατί τώρα θα καλέσω εγώ την αστυνομία. Τ’ ΑΚΟΥΣ;
Ψαρώνει. Παίρνει βαθιά ανάσα και αρχίζει σχεδόν να ξεφωνίζει:
ΔΩΡΟ. ΟΤΙ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΑΜΟΙΒΗ, ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑ, Ή ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΗΣ, ΟΤΙ ΧΑΡΙΖΕΤΑΙ…*
- Σταμάτα με ξεκούφανες. Αρκεί.
Δείχνει σαστισμένη. Δυό πελάτες δίπλα κοιτούν περίεργα. Παίρνω το βιβλίο από τα χέρια της, το πάω στο ταμείο, πληρώνω, ανεβαίνω τα σκαλιά και λίγο πιο πίσω ακολουθεί.
Στην έξοδο, βγάζω το στυλό από την τσέπη μου και της τον δίνω. Μαζί με το βιβλίο.
- Σε ευχαριστώ.
- Γειά χαρά.
Καθώς έφευγε σκεφτόμουνα πως δεν θα μάθω ποτέ αν της άρεσε η αφιέρωση που της έγραψα.

*Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Μανόλη Τριανταφυλλίδη.

14/10/07

Εικόνες και ήχοι (2)

Ήταν 1996. Δε θυμάμαι ούτε μήνα ούτε μέρα. Μόνο τα παρακάτω.
Είναι πρωί και μόλις έχω φτάσει στον Σκάι που εργαζόμουν τότε. Στο Φάληρο.
Η αίθουσα σύνταξης με θέα στη θάλασσα έβλεπε την παραλιακή λεωφόρο.
Τα ίδια έβλεπα κι εγώ εκείνη τη στιγμή όταν ένας έντονος ήχος πέρασε από τα μισάνοιχτα παράθυρα και έκανε όλους να τρέξουν προς τη τζαμαρία. Ακριβώς από κάτω, στη μέση της λεωφόρου, ήταν πεσμένο ένα «παπάκι» και 2-3 μέτρα πιο πέρα διακρίνονταν ένας άνθρωπος, πεσμένος κι εκείνος.
Παρένθεση. Όλα αυτά τα χρόνια, ποτέ μου δεν συνήθισα την εικόνα του ανθρώπου που πονάει. Έχω δει νεκρούς σε όλες τις… εκδοχές, ακόμα και αυτές που μόλις που καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για πρώην άνθρωπο. Αντέχω. Η θέα όμως του ανθρώπου που πονάει γιατί είναι πληγωμένος, με διαλύει. Κλείνει η παρένθεση.
Κατέβηκα γρήγορα τα σκαλοπάτια και από πίσω μια κάμερα να ακολουθεί. Ο δρόμος είχε κλείσει. Πίσω, ήδη, άρχιζε να σχηματίζεται ουρά αυτοκινήτων. Ένας οδηγός έξω από το αυτοκίνητό του κρατούσε το κεφάλι του. Στην άσφαλτο πεσμένη μια κοπέλα. Αυτές ήταν οι πρώτες εικόνες.
Πλησιάζω. Στέκομαι πάνω από την κοπέλα. Τα μάτια μου σαρώνουν γρήγορα το σώμα της. Πουθενά αίμα. Ούτε γρατσουνιά. Καλό αυτό, σκέφτομαι. Ναι, αλλά δεν κουνιέται.
Σκύβω από πάνω της. Της μιλώ.
- Είσαι καλά;
Ανοίγει αργά τα μάτια της και πιο αργά τα κλείνει αμέσως κουνώντας ανεπαίσθητα καταφατικά το κεφάλι της.
Ουφ… είναι ζωντανή!
Ω θεέ μου τι ομορφιά είναι αυτή! Ναι, εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήταν πολύ όμορφη. Ήταν ένα μικροκαμωμένο πλάσμα, όχι πάνω από 18-19 χρονών, όμορφο, πολύ όμορφο. Το σωματάκι της βρισκόταν σε εμβρυακή στάση. Το μάγουλό της ακουμπούσε στην άσφαλτο. Τα μαλλιά της, μακριά, απλώνονταν γύρω από το κεφαλάκι της σαν σε στεφάνι. Άγγελος.
- Πονάς;
Η ίδια πάλι κίνηση, αυτή τη φορά δηλώνοντας άρνηση. Καλό και αυτό.
- Κάνε λίγο υπομονή, έρχεται το ασθενοφόρο.
Μου γνέφει πάλι. Ακούει, καταλαβαίνει τι της λέω. Κι όμως χίλια γιατί περνούν απ΄ το μυαλό μου. Γιατί δεν κουνιέται; Αφού δεν φαίνεται χτυπημένη. Μήπως έχει σπάσει κανένα πόδι; Αλλά γιατί δεν πονάει; Μήπως είναι ζαλισμένη; Μακάρι.
Το ασθενοφόρο έρχεται αμέσως. Καθώς το φορείο τη μεταφέρει της πιάνω το χέρι.
- Όλα θα πάνε καλά.
Άνοιξε τα ματάκια της και τα έκλεισε πάλι αμέσως. Λίγο πριν φύγει το ασθενοφόρο, πλησιάζω την πόρτα του συνοδηγού και ρωτάω τον τραυματιοφορέα.
- Πως τη βλέπεις τη μικρή;
- Μια χαρά. Δεν φαίνεται να έχει κάτι σοβαρό.
Ο ενοχλητικός ήχος της σειρήνας που συνόδεψε αυτά τα λόγια μου φάνηκε χαρμόσυνος.
Ανέβηκα στο γραφείο ανακουφισμένος. Με περίμενε ένα ρεπορτάζ ρουτίνας. Μπήκα στο αυτοκίνητο, έφυγα και επέστρεψα 2-3 ώρες αργότερα. Κάθισα και άρχισα να γράφω (ναι, να γράφω, όχι να πληκτρολογώ) για κάποιο θέμα αδιάφορο.
Ρε συ, τι να κάνει η μικρούλα, σκέφτηκα, σκυμμένος πάνω απ’ το χαρτί. Για να μάθω.
Φεύγοντας το ασθενοφόρο, μου είχε διαφύγει να ρωτήσω μια σημαντική λεπτομέρεια. Σε ποιο νοσοκομείο την πάνε. Ο μόνος τρόπος να μάθω ήταν από το κέντρο του ΕΚΑΒ.
- Καλό μεσημέρι. Το πρωί πήρατε έξω από τον Σκάι στο Φάληρο ένα περιστατικό από τροχαίο. Πού το πήγατε;
- Ένα λεπτό… στο Τζάνειο.
Σειρά είχε το Τζάνειο.
- Γεια σας. Το πρωί δεχθήκατε ένα περιστατικό από το Φάληρο. Μια κοπέλα, όχι πάνω από είκοσι χτυπημένη σε τροχαίο. Θέλω να μάθω αν είναι καλά.
- Όνομα δεν γνωρίζετε;
- Δυστυχώς.
- Περιμένετε παρακαλώ να σας δώσω στα επείγοντα.
...
- Ναι παρακαλώ, τι θέλετε να μάθετε για την κοπέλα;
- Αν είναι καλά.
- Τι της είστε;
- Τίποτα. Δημοσιογράφος είμαι και τηλεφωνώ από τον Σκάι.
- Πέθανε.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

12/10/07

Εικόνες και ήχοι (1)

Κοντεύω δεκαοκτώ χρόνια στο ρεπορτάζ. Τώρα πια που αποχώρησα, αν επιχειρούσα να αποτιμήσω το κέρδος από αυτή την πορεία, θα το συμπύκνωνα σε δύο λέξεις: εικόνες και ήχοι.
Είδαν πολλά τα μάτια μου. Τόσα, που κάποιοι θα χρειάζονταν μια ζωή. Και δεν είναι σίγουρο. Αυτή είναι η δουλειά του ρεπόρτερ. Να βρίσκεται στον τόπο που εξελίσσονται τα γεγονότα και να τα καταγράφει.
Είδα ληστές να κλαίνε μετανιωμένοι έξω από το γραφείο του ανακριτή. Τους άκουσα να λένε «μετανιώνω».
Είδα μανάδες να σπαράζουν πάνω απ’ το πτώμα του παιδιού τους. Άκουσα την κραυγή του ανείπωτου πόνου: «γιατί;».
Είδα παιδάκια θύματα κακοποίησης να αναζητούν με βλέμμα τρομαγμένο αυτόν που θα τα προστατεύσει. Άκουσα τη σιωπή τους.
Είδα γονείς να φιλούν τα χέρια των γιατρών για να σώσουν το παιδί τους που χαροπαλεύει στην εντατική. Άκουσα να λένε «σώσε το παιδί μας, σε ικετεύουμε».
Είδα πόρνες να στοιβάζονται στα κρατητήρια. Τις άκουσα να κλαίνε και να γελάνε μαζί.
Είδα νεκρό τοξικομανή να στέκεται όρθιος μέσα σε τηλεφωνικό θάλαμο και το ακουστικό πεσμένο. Άκουσα το σήμα της γραμμής «μπιπ μπιμ μπιπ…».
Είδα βουλευτή συγκινημένο, (για το δράμα μιας οικογένειας), να μου δίνει συνέντευξη. Τον άκουσα μετά να με ρωτάει: «τόπαιξα ωραία;».
Είδα παρουσιαστή ειδήσεων να δηλώνει «συγκλονισμένος» από την πολύνεκρη τραγωδία που περιέγραφε. Λίγο μετά τον άκουσα να ξεκαρδίζεται στα γέλια.
Είδα πρώην επιχειρηματία να χτυπάει το κεφάλι του στο τραπέζι. Τον άκουσα να λέει: «καταστράφηκα. Τα έχασα όλα στο καζίνο».
Είδα Αλβανό (στην Αλβανία) να κατεβάζει την κάνη ενός όπλου που με σημάδευε. Τον άκουσα να λέει: «σκοτώστε εμένα, όχι αυτόν».
Είδα παιδάκι κλειδωμένο στο σχολείο να κοιμάται στο πάτωμα επειδή ξέχασε να το πάρει η μητέρα του. Την άκουσα να λέει: «άνθρωπος είμαι, το ξέχασα».
Είδα γυναίκα με εγκαύματα στο κορμί της. Την άκουσα να λέει: «είναι από τα τσιγάρα του άνδρα μου».
Είδα να βγάζουν ζωντανό άνθρωπο θαμμένο για ημέρες κάτω από ερείπια. Τον άκουσα λίγο πριν να λυγίζει: «δεν αντέχω άλλο, βγάλτε με».
Είδα πατέρα να θάβει και λίγες μέρες αργότερα να ξεθάβει το παλικάρι του. Τον άκουσα να λέει: «δεν τη θέλω τη ζωή μου».
Είδα μητέρα που είχε εξαφανιστεί ο γιος της να καταρρέει μπροστά μου. Άκουσα τον αστυνομικό να της λέει: «ο γιος σας βρέθηκε νεκρός».

Είδα αυτά και άλλα πολλά. Και ανάμεσα στον πόνο, την απόγνωση και την υποκρισία, έζησα και στιγμές χαράς, λύτρωσης και ανθρωπιάς.

Είδα ναυτικό που γλύτωσε από ναυάγιο να πέφτει στην αγκαλιά των δικών του χαρούμενος. Τον άκουσα να λέει: «έχασα τον καλύτερό μου φίλο».
Είδα φτωχό μαθητή να επιστρέφει τον πορτοφόλι που βρήκε. Τον άκουσα να λέει: «μα δεν ήταν δικό μου».
Είδα οικογενειάρχη που είχε καταστραφεί το σπίτι του από κορμό δέντρου που έπεσε πάνω, να γελάει σαν παιδί. Τον άκουσα να λέει: «είμαι χαρούμενος, γιατί είμαστε ζωντανοί».
Είδα ελληνόπουλα στην Αλβανία να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο και δίπλα η μάνα να δακρύζει. Την άκουσα να λέει: «μη μας ξεχνάτε, είμαστε έλληνες».

Είδα και άλλα πολλά ωραία, μα ήταν πάντα λιγότερα από αυτά που σου έσφιγγαν το στομάχι. "Γιατί να υπάρχει τόσο κακό στη ζωή μας;" αναρωτιέται σχεδόν καθημερινά ένας γείτονάς μου. Και απάντηση δεν έχει πάρει. Κι όμως, καθώς το σκέφτομαι, αυτή η εναλλαγή των χρωμάτων στα βιώματά μας, δίνει αξία στη γνώση που παίρνει κανείς.