4/12/07

Οι τρελοί και οι μισότρελοι.

Αγαπώ τους τρελούς και πολύ τους συλλογιούμαι. Δεν είναι οίχτος ζωής αυτό, αφού οίχτος είναι το περίττωμα της καλοζωισμένης ψυχής. Είναι αληθινή αγάπη, γεμάτη τρυφερότητα και σεβασμό, προς το νέο και παράξενο πλάσμα, που βγήκε από τη βαρετή και ομοιόμορφη πλειοψηφία των λογικών ανθρώπων και κινείται πια μέσα στους δικούς του νόμους.
(από το Γαλάζιο Βιβλίο του Σ. Μυριβήλη)

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους. Είναι βλέπετε η δουλειά μου τέτοια που με έφερε κοντά σε αρκετά είδη ανθρώπων. Στη δημοσιογραφία γνωρίζεις τα άκρα. Ούτε το σύνηθες, ούτε το μέσο όρο.
Οι άνθρωποι που δημιουργούν τα μεγάλα, αλλά και τα μικρά γεγονότα που ακούμε στη καθημερινή ειδησεογραφία, είναι διαφορετικοί. Κάποτε μοιάζουν με μας, αλλά στην επιφάνεια.
Από τον σήριαλ κίλερ και τον επαγγελματία μαυραγορίτη, μέχρι τον νομπελίστα καθηγητή και συγγραφέα, υπάρχει μια απόσταση τεράστια. Ενώνεται όμως από μια λέξη: είδηση. Όλοι αυτοί οι τύποι δημιουργούν γεγονότα.

Σχεδόν πάντα, γύρω από τέτοια άτομα συγκεντρώνονται άλλες ομάδες ανθρώπων με αντιφατικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους.
Κάποτε είχα γνωρίσει έναν σπουδαίο άνθρωπο, μια πολύ ευγενική φυσιογνωμία, που αρκετά συχνά έπινε τον καφέ του με έναν γνωστό βαρυποινίτη στις φυλακές Κορυδαλλού. Στη συνέχεια ακολουθούσε άλλο επισκεπτήριο από μια μισότρελη που μόλις τον έβλεπε του έκοβε τα κουμπιά από το πουκάμισο και τα έπαιρνε για φυλαχτό.
Είχα γνωρίσει επίσης μια άλλη μισότρελη που κρεμόταν από τα χείλη ενός σπουδαίου ποιητή. Τον διάβαζε, τον μελετούσε, τον διαφήμιζε, αλλά απείχε ελάχιστα από τη πόρτα του τρελοκομείου (και προς θεού, δεν μιλάω για την άγια πόρτα που διάβηκε ο Νίτσε).
Στον ίδιο κύκλο του ποιητή συνάντησα ανθρώπους διαμάντια. Ισορροπημένους, έντιμους, ειλικρινείς που διψούσαν για γνώση. Διαμάντια σας λέω.

Θέλω να πω, πως πολλές φορές οι ακόλουθοι μιας μικρής ή μεγάλης ιδέας –καλής ή κακής - δεν συνιστούν πάντα αξιόπιστο κριτήριο για το ποιόν της ιδέας.
Μάλιστα, για να προχωρήσω τη σκέψη μου, τις περισσότερες φορές τις μεγάλες ιδέες ακολουθούν μικροί, άθλιοι, ηλίθιοι, ή μισότρελοι άνθρωποι. Το είδαμε με τον χριστιανισμό και τους εκπροσώπους του (βλ. π.χ. Μ. Θεοδόσιος και σφαγές των εθνικών) το είδαμε με τον κομμουνισμό και τους εκπροσώπους του (βλ. π.χ. Στάλιν και μαζικές εκκαθαρίσεις των συντρόφων του Λένιν), το είδαμε με τη δημοκρατία και τους εκπροσώπους της (βλ. π.χ. Μπους και Ιράκ). Και πάει λέγοντας…

Διάβηκα το κατώφλι της 5ης δεκαετίας και ώρες ώρες νιώθω ότι δεν γνωρίζω τίποτα για το είδος των ανθρώπων. Πάνω που λέω ότι το κατέχω το πράμα και έχω αναπτύξει μηχανισμούς εντοπισμού, τσακ, ξεπετάγεται ένας μισότρελος με όμορφο περιτύλιγμα. Μέχρι να το ξετυλίξεις έχεις φάει απανωτά κροσέ σε χρόνο ντετέ. Και μέχρι να ξεζαλιστείς, έχει γίνει το κακό: Έχεις φάει, έχεις πιει μαζί του, έχεις μοιραστεί στιγμές απ’ τη ζωή σου. Μικρές ή μεγάλες, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι έχασες χρόνο αγαπημένο. Και ο χρόνος είναι ζωή.

Τελειώνω από κει που ξεκίνησα.
Τα παλιά χρόνια στα χωριά κυκλοφορούσαν πολλοί τρελοί. Φιγούρες αυθεντικές, άλλοτε μοναχικές και απρόσιτες και άλλοτε σκιές που γυρόφερναν ακατάληπτες λέξεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Μεγάλωσα στην επαρχία και συνάντησα αρκετούς. Μου άρεσε να τους παρατηρώ. Ήταν για μένα ένας άγνωστος κόσμος που ήθελα να εξερευνήσω. Ωστόσο παραμένει και σήμερα άγνωστος.
Θυμάμαι επίσης ότι ήθελα να μιλάω μαζί τους. Στα αυτιά μου ηχούν ακόμα οι φωνές της μάνας μου. Εκείνη ήταν στην αυλή και έπλενε και γω στην αλάνα. «Δημήτρηηηηη μακριά από τον τρελόοοοοο». Ποτέ μου δεν την άκουσα.
Το μυστικό για να μην… σε τρελάνουν οι τρελοί είναι να τους μιλάς σαν να μην είναι τρελοί. Κάτι ανάλογο με τον τρόπο μεταχείρισης των παιδιών από τους μεγάλους (και γω τότε παιδί, σαν από ένστικτο, έτσι τους μιλούσα). Τότε, πιστέψτε με, μπορείτε να ακούσετε σοφές κουβέντες. Ο λαός μας το ‘κλεισε στη φράση: από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια.

Σήμερα οι τρελοί είναι μαντρωμένοι σε άσυλα. Στα χωριά σπάνια βλέπεις. Στις πόλεις ποτέ.
Τη θέση τους έχουν πάρει οι μισότρελοι. Και ως τέτοιους ορίζω τους ματαιόδοξους, τους ανέραστους, τους υστερικούς, τους ανερμάτιστους, τους εμμονικούς, τους φοβικούς, τους ψευτοκουλτουριάρηδες, τους μεσσιανικούς, τους ψευτοεπαναστάτες, τους εξουσιομανείς, τους οπαδούς. Γιόμισε ο τόπος από δαύτους.

Θυμάμαι τους τρελούς που συνάντησα, αυτές τις άγιες μορφές ανθρώπων, και νοσταλγώ την εποχή την αθωότητας των παιδικών μου χρόνων.
Φέρνω στο μυαλό μου τους μισότρελους που γνώρισα τα τελευταία δέκα χρόνια (πριν δεν τους έβλεπα) και βλαστημάω την ώρα και τη στιγμή που απέκτησα την ικανότητα (σχετική, όπως προείπα) να τους ξεχωρίζω.
Πάει το παιδί, πάει και η αθωότητά του. Κρύφτηκαν για τα καλά.