17/12/08

Η εξέγερση του αιώνιου Ανθρώπου

Η δική μου εξέγερση προϋπήρξε της δικής σας και θα συνεχιστεί, όταν η δική σας πάει για ύπνο στης παρακμής το κρεβάτι, που τώρα σας κλείνει το μάτι.

Η δική μου εξέγερση ξεκίνησε πριν πολλά πολλά χρόνια. Τότε που η αστραπή και η βροντή ήταν θεϊκό σημάδι και η γη το κέντρο του κόσμου. Τότε που κανείς δεν γνώριζε πώς καρπίζει ένα δέντρο και μαραίνεται ένα λουλούδι. Τότε που οι άνθρωποι προσεύχονταν για να βρέξει και μαστίγωναν τη θάλασσα για να δαμάσουν τη δύναμή της. Τότε που πίστευαν σε θαύματα και υπερφυσικές δυνάμεις καθώς κοιτούσαν το ουράνιο τόξο ή την είσοδο στην ατμόσφαιρα μιας μικρής ποσότητας ύλης («ένα αστέρι πέφτει»).

Τότε ξεκίνησε η δική μου εξέγερση ενάντια σε όλα τούτα τα παράλογα και σε άλλα ακόμη. Και ξεκίνησε έχοντας στα χέρια μου το πιο φοβερό, το πιο δυνατό, το πιο λαμπερό όπλο. Τη Γνώση.
Η έμφυτη δίψα μου να μάθω για τα άγνωστα και να εξηγήσω τα ανεξήγητα, στάθηκε ο πιστός σύντροφός μου. Αυτός και η αγάπη μου στους ανθρώπους. Να ζήσουν καλύτερα. Αυτά συντήρησαν τον πόθο μου να ανακαλύψω τον κόσμο. Και τον ανακάλυψα και τον έκανα καλύτερο. Ποτέ όμως δεν σταμάτησα την εξέγερσή μου, γιατί διαπίστωσα ότι σε κάθε λύση που έβρισκα, με περίμενε λίγο πιο κάτω άλλη μια απορία. Έτσι πορεύτηκα εκείνα τα χρόνια. Με αντίθετο άνεμο και εχθρό τους ανθρώπους.

Στα χρόνια που ήρθαν, οι άνθρωποι, πήραν τις λύσεις που έδωσα και έφτιαξαν συστήματα δικά τους, κομμένα στα μέτρα τους. Συστήματα φανταχτερά και πλούσια. Με αεροπλάνα και αυτοκίνητα και διαστημόπλοια και τηλεοράσεις. Και ήταν μεγάλη η χαρά μου που παρέδωσε η γνώση μου όλα ετούτα στους ανθρώπους. Να μπορούν να χαίρονται τις χαρές της ζωής πιότερο από εμάς.
Και τότε είπα να ξαποστάσω για λίγο. Σίγουρος πια πως θα έρθουν και άλλοι να τραβήξουν το δρόμο μου.

Και ήταν τότε που χάλασε το πράμα. Τότε που τα δώρα μου στους ανθρώπους, πήραν τη μορφή απειλής. Τότε που οι άνθρωποι, νεόπλουτοι όντες, λησμόνησαν τη δική μου εξέγερση, πριν πολλά πολλά χρόνια. Πήραν τη γνώση μου και την έκλεισαν σε μουσεία. Τύπωσαν την εξέγερσή μου σε νεκρά βιβλία ιστορίας και κάθισαν αναπαυτικά στον καναπέ τους καταναλώνοντας συνέχεια. Και συνέχεια και συνέχεια. Ω θεοί. Μα εγώ δεν έδειξα τέτοιο δρόμο.

Τους παρέδωσα έτοιμη γνώση σμιλεμένη με πόνο, ποτισμένη με αίμα ανθρώπων σοφών. Και τους ζήτησα να συνεχίσουν το ίδιο. Με την ίδια λαχτάρα, με τους ίδιους κίνδυνους που δοκίμασα εγώ, πριν πολλά πολλά χρόνια. Και εκείνοι έστρεψαν τα μάτια τους αλλού. Εκεί που βασίλειο έχουν οι λέξεις «κατάχρηση», «αφθονία», «κατανάλωση», «άκρατος ευδαιµονισµός». Και κοντά με αυτές, «προλήψεις», «δεισιδαιμονίες», «αστρολογίες», «θρησκείες». Τι κι αν τους είχα μιλήσει για το «τίμημα». Για το κόστος που θα πληρώσουν σαν αποφασίσουν να γελάνε χωρίς χαρά και να κλαίνε χωρίς λύπη. Να βλέπουν χωρίς να ρωτάνε και να δέχονται χωρίς να κρίνουν. Να μιλούν δίχως να σκέφτονται και να πράττουν δίχως να λογαριάζουν. Τους είχα μιλήσει πριν πολλά πολλά χρόνια αλλά δεν με άκουσαν. Και τώρα θερίζουν τον άνεμο. Σκοτώνουν το θάνατο. Μα πώς είναι δυνατόν το νεκρό να σκοτώσεις;

Ξαπόστασα λίγο, όχι όσο θα ήθελα. Ήρθε καιρός να τραβήξω ξανά σε εκείνο τον πρώτο δρόμο που χάραξα πριν πολλά πολλά χρόνια. Τότε που έκανα τον κόσμο καλύτερο.
Σήμερα, ήρθε η ώρα να τον αλλάξω.
Να ανάψω φωτιές όμοιες με αυτές που άναψε στα Δερβενάκια ο Κολοκοτρώνης στο Δράμαλη. Για να διώξω τα δακρυγόνα που ρίχνουν στο μυαλό σας.
Να στήσω οδοφράγματα ίσα με το μπόι του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς στον Παρθενώνα. Να μην περάσει η ασχήμια στις ψυχές των παιδιών.
Να φτιάξω τεράστιες γκιλοτίνες, σαν τον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων. Πανεπιστήμια και υπουργεία και ιδρύματα και σχολειά και τηλεοράσεις. Να μην μπορέσει το σκοτάδι να πάρει κεφάλι.
Σήμερα. Τώρα, και μόνο εγώ.
Το γιατί είναι απλό. Η δική μου εξέγερση προϋπήρξε της δικής σας και θα συνεχιστεί, όταν η δική σας πάει για ύπνο στης παρακμής το κρεβάτι.
Ελάτε. Η θέση σας είναι μαζί μου και ο δρόμος μακρύς, ανηφορικός. Μακρύτερος από ένα δελτίο ειδήσεων που σας κλείνει το μάτι. Πιο ανηφορικός από τη Στουρνάρη που οδηγεί στα – ίσως - Χαμένα Εξάρχεια.

Ποιος είπε ότι η Ατλαντίδα χάθηκε. Απλά δεν τη βρήκαμε ακόμα.

12/12/08

Κλαίω γιατί «κλαίτε» για μένα

Ο θάνατος του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου εκτόνωσε μια άνευ προηγουμένου οργή σε μια μεγάλη μερίδα της νεολαίας μας.

Ένας κακοεκπαιδευμένος και μάλλον ανόητος αστυνομικός, έγινε μέσα σε μια νύχτα το σύμβολο του συστήματος. Ενός συστήματος που παράγει παρακμή καθώς είναι γέννημά της.

Οι νέοι ξεσηκώθηκαν, βγήκαν στους δρόμους. Όχι για να πουν, αλλά για να εκδηλώσουν την οργή τους. Το συναίσθημα υπήρξε ανέκαθεν η κινητήριος δύναμη της ιστορίας. Σε όποια περίοδο της ιστορίας και αν στρέψει κανείς τα μάτια του, στην αρχή κάθε λαϊκού ξεσηκωμού βρίσκεται το συναίσθημα. Ποτέ η λογική.

Το συναίσθημα μας λένε οι ειδικοί, είναι χαοτικό. Δεν γνωρίζει όρια και κανόνες. Μπορώ να ερωτευθώ ή να αγαπήσω όποτε θέλω, όποιον-α θέλω και κυρίως όσο θέλω. Τόσο, που στο όνομά του μπορώ να αυτοκαταστραφώ ή να καταστρέψω. Να σωθώ ή να σώσω.

Η οργή είναι ένα γνήσιο και συνάμα παρεξηγημένο συναίσθημα. Φιλοσοφικές σχολές και θρησκευτικά δόγματα το αποκήρυξαν και άλλες το χρησιμοποίησαν ταυτόχρονα με την αποκήρυξή του. Κανείς όμως δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά με ποιόν τρόπο η ανθρώπινη φύση μπορεί να αντιδράσει απέναντι στην αδικία αν όχι με την οργή. Προχωράς στο δρόμο και κάποιος, χωρίς λόγο, σε χτυπάει δυνατά στο πρόσωπο. Μετά από λίγα μέτρα σε ξαναχτυπάει. Και πιο κάτω τρως και τρίτη σφαλιάρα. Ποια μπορεί να είναι η αντίδρασή σου χωρίς αυτή να εμπεριέχει οργή; Δηλαδή εκείνο το «γιατί, σε τι σού έφταιξα;». Πώς μπορεί να ειπωθεί αυτό χωρίς οργή;

Οι μαθητές βγήκαν στους δρόμους οργισμένοι, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο. Φώναξαν, μούντζωσαν, πετροβόλησαν και κάποιοι έκαψαν. Ξαφνικά βρέθηκαν στο κέντρο της επικαιρότητας από εκεί που ήταν στο περιθώριο. Όλοι μίλησαν γι’ αυτούς και τους «αγώνες τους».

Όλοι, ακόμα και η πονεσιάρα τηλεοπτική κουτσομπόλα και ο θαμώνας του σκυλάδικου και ο βετεράνος χούλιγκαν του γηπέδου και ο λοβοτομημένος κλακαδόρος του κόμματος και ο δημοσιοσχεσίτης ρασοφόρος, και ο κουτοπόνηρος δημοσιογράφος του κίτρινου τύπου και ο σόουμαν καλοπληρωμένος άνκορμαν του «δελτίου ειδήσεων» και ο συμβιβασμένος πανεπιστημιακός με όλη την οικογένεια στο ίδρυμα.

Χμμμ, κάτι δεν πάει καλά.

Μα πώς είναι δυνατόν τόση αγνή οργή (γιατί αγνή είναι η οργή του παιδιού) να αγγίζει τόση πλέμπα;
Πώς είναι δυνατόν τόση αγνή οργή να βρίσκει υποστηρικτές και, κυρίως, καθοδηγητές μέσα στα σκουπίδια;
Πώς είναι δυνατόν, εντέλει, τόση αγνή οργή να αφήνει ανέπαφους αυτούς που εξέθρεψαν την οργή;

Περίεργο ε;


Τα παιδιά δεν αδίκησαν τον εαυτό τους όταν κατέβηκαν στους δρόμους με οργή (συναίσθημα) αλλά χωρίς τη γνώση (λογική). Όφειλαν να πράξουν έτσι. Αλίμονο σε αυτούς που λογάριασαν πως η γνώση είναι κώδικας που δεν σπάει. Σπάει, ενίοτε πάνω στα κεφάλια τους.

15/10/08

Ε(φραίμ) φορ Ellada

Αναλύσεις επί αναλύσεων στα τελεβίζια και στα ιντερνέτια. Να βρούμε τι και ποιος-οι φταίνε για το φαινόμενο Εφραίμ. Για αυτόν τον σαλτιμπάγκο που για χάρη του, χρόνια τώρα, άνοιγαν οι υπουργικές πόρτες μόνο στην εκφορά του ονόματος του. Φανταστείτε σκηνή:
-Είμαι ο Εφραίμ.
-Περάστε παρακαλώ, ο υπουργός σας περιμένει.

Αυτά είναι θαύματα!

Ποιος είναι άραγε ο Εφραίμ; Είναι άνθρωπος με σάρκα και οστά; Είναι παπάς με ράσα; Αμ δε. Ιδέα είναι. Σαν τον V στην ταινία V for Vendetta που επιτίθεται στους κακούς λέγοντας: «Εγώ δεν είναι άνθρωπος, είμαι ιδέα, και οι ιδέες δεν πεθαίνουν».
Μασκοφόρος εκείνος, γενειοφόρος ο δικός μας.
Μαύρη κελεμπία και καπέλο o V, ράσα και καλυμαύκι o E.

(Τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες. Ότι δηλαδή ο ένας ήθελε να αλλάξει τον κακό τούτο κόσμο και ο άλλος να τον διατηρήσει. Ή ότι τον έναν τον κυνηγούσαν να τον σκοτώσουν και τον άλλον για να τον κάνουν πιο πλούσιο.)

Ανέκαθεν, η δύναμη του μυαλού σε συνδυασμό με τη γνώση (και την αρετή) απωθούσε. Αντίθετα, η ανοησία μετράει στις μέρες μας εκατομμύρια οπαδούς.
Μίλα για θαύματα, για ζώδια για το βρακί της μπεζαντάκου και το σπέρμα του πασχάλη και σπάσε τα κοντέρ της αναγνωρισιμότητας.
Μίλα για την αποκωδικοποίηση του DNA, για το Hubble, το Δαρβίνο και τη Μεγάλη Έκρηξη και ψάξε με το φανάρι να βρεις ακροατή. Κακομοίρη.

Ο Εφραίμ είναι Ιδέα και οι ιδέες δεν πεθαίνουν. Θα φύγει αυτός, θάρθουν άλλοι. Και αυτοί οι «άλλοι» θα συνεχίσουν τα θαύματα με τις υπουργικές πόρτες που θα ανοίγουν (πιο αθόρυβα αυτή τη φορά). Και οι πιστοί θα πιστέψουν και πάλι στο θαύμα του νέου σαλτιμπάγκου. Ανάμεσα σε ευχές και δεήσεις θα ακούγονται κατάρες και ανάθεμα. Στον Εφραίμ που μας πρόδωσε…

15/3/08

Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή

Η αλήθεια είναι εχθρός της ομορφιάς*.
Η αλήθεια είναι τις περισσότερες φορές πικρή, άσχημη, σκληρή, αχώνευτη… και γιατί όχι, χοντρή, κοντή, ζαρωμένη, καμπούρα, κουτσή, στραβή και άλλα πολλά.
Το παραμύθι είναι όμορφο. Κουκλί. Έχει στρογγυλεμένες γωνίες, δεν πληγώνει, δεν διχάζει, ενώνει, γαληνεύει, σε κάνει να ονειρεύεσαι, να ταξιδεύεις, να χάνεσαι σε κόσμους φανταστικούς.

Συμπέρασμα: η αλήθεια δεν πουλάει. Κανείς δεν θέλει να βλέπει, να ακούει ή να διαβάζει αλήθειες. Πικρές, άσχημες… (τα είπαμε).
Ενώ στο παραμύθι, κάνουμε ουρές. Συνωστισμός και υστερία. Λατρεία και έλξη.

Δεν τα ήξερα αυτά ο καημένος όταν έμπαινα στην τηλεόραση.

Μια μέρα, μια συνηθισμένη μέρα, το δελτίο ειδήσεων είχε τελειώσει και εγώ αισθανόμουν περήφανος που σε ένα θέμα που είχε γίνει σήριαλ και αναμασούσαμε τα ίδια και τα ίδια, είχα βρει κάποια στοιχεία που ξεκαθάριζαν, σε μεγάλο βαθμό, κάποια θολά σημεία.
Στο διάδρομο, έπεσα πάνω στο διευθυντή ειδήσεων. Τον πλησίασα γεμάτος χαρά και του είπα:
- Σήμερα βρήκαμε επιτέλους και παρουσιάσαμε κάποια στοιχεία που φωτίζουν αυτή την υπόθεση.
Γέλασε ευφρόσυνα, και καθώς βάδιζα μαζί του, άπλωσε το χέρι του και με αγκάλιασε σχεδόν πατρικά. Ένιωσα ζεστασιά και σιγουριά. Και συνέχισα:
- Θα τη βρω την αλήθεια, πού θα μου πάει…
Ένιωσα να με σφίγγει πιο δυνατά από το μπράτσο προς το μέρος του. Μου άρεσε. Ήταν ο διευθυντής μου. Και τα λόγια αυτά δικά του, κοντά στο αυτί μου:
«Βρε μπαγάσα, στην τηλεόραση δεν έχει σημασία η αλήθεια. Το στόρυ έχει σημασία. Να είναι καλό το στόρυ. Και αν δεν είναι αληθινό δεν έχει σημασία. Αρκεί να φαίνεται».
……………………………

Τι μου ήρθε στο μυαλό τώρα…
Πιο παλιά, πολλοί πατεράδες έπαιρναν τον έφηβο γιο τους αγκαλιά και γελώντας και τραγουδώντας, τράβαγαν κατά Κεραμεικό και Βάθη μεριά. Εκεί τον έσπρωχναν βίαια στα σκέλια μια πόρνης. Λένε, πως μετά ο νέος δεν ήταν ο ίδιος.
Σε μένα δεν συνέβη ποτέ αυτό (για αντικειμενικούς λόγους).

Την πρώτη φορά πήγα με παρέα και επειδή το ήθελα, αλλά δεν κατάφερα να βρω τα σκέλια.
Τη δεύτερη πήγα μόνος, αλλά πάλι δεν τα βρήκα.
Την τρίτη επιτέλους τα βρήκα, σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια. Ελένη την έλεγαν και ήταν φοιτήτρια (νάναι καλά).
Την τέταρτη – αρκετά χρόνια αργότερα - είχα πιάσει δουλειά στο μπορντέλο.

*της ομορφιάς, έτσι όπως την εννοούν οι πολλοί

17/2/08

Τον κακό τους τον καιρό


Κακοκαιρία και κουραφέξαλα.
Όταν ακούω αυτή τη λέξη οργίζομαι.
Ποια κακο-καιρία μωρέ; Που τον είδατε τον κακό καιρό, κυρίες και κύριοι της ειδησεογραφίας;
Ο καιρός είναι κακός όταν δεν ταιριάζει με την εποχή του. Όταν δηλαδή κάνει κρύο το καλοκαίρι και ζέστη το χειμώνα (κυρίως). Τότε ο καιρός μπορεί να είναι κακός. Για ένα απλό λόγο: γιατί είναι αφύσικος.
Όταν κάνει ζέστη το καλοκαίρι και κρύο το χειμώνα ο καιρός είναι καλός γιατί βρίσκεται σε αρμονία με τη φύση.
Ακόμα και όταν το καλοκαίρι κάνει καύσωνα με 45 βαθμούς κελσίου, και το χειμώνα η θερμοκρασία πέφτει κάτω από το μηδέν, ακόμα και τότε, δεν έχουμε δικαίωμα να μιλήσουμε για κακοκαιρία. Εκατομμύρια χρόνια συμβαίνει αυτό.
Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, τότε μία φράση αποδίδει την πραγματικότητα: ακραία καιρικά φαινόμενα (και πάντα για την ελληνική πραγματικότητα) και όχι κακά (καιρικά φαινόμενα).
Μάθαμε να κρίνουμε με βάση τα «θέλω» μας και όχι με αυτό που θέλει η φύση. Κάθε νεοέλληνας (για να μείνουμε εντός συνόρων) θέλει το δικό του καιρό. Αυτόν που τον βολεύει. Αυτόν που τον κάνει να νιώθει ασφάλεια.
Τι λέτε μωρέ; Και ποιος σας είπε ότι η φύση έχει κάνει συμφωνία μαζί σας να μην σας χαλάει τη βολή; Ποιός σας είπε ότι έχετε δικαίωμα να ονειρεύεστε ηλιοθεραπεία το Φλεβάρη;
Πάψτε λοιπόν τις ανοησίες περί κακοκαιρίας.
Αρκούν αυτά, φίλοι και συνάδελφοι.

9/2/08

Μέρες του τίποτα

Ημέρα του περιβάλλοντος.
Ημέρα της μητέρας.
Ημέρα του σεξ.
Ημέρα των μεταναστών.
Ημέρα των ζώων.
Ημέρα της παχυσαρκίας.
Ημέρα του παιδιού.
Ημέρα του ποδήλατου.
Ημέρα της ανεργίας.
Ημέρα του πατέρα.
Ημέρα του τζόγου.

Σε ένα περιβάλλον όπου η μάνα ψάχνει να πηδηχτεί με μετανάστη σα ζώο, την ώρα που το παχύσαρκο παιδί της κάνει ποδήλατο και ο άνεργος πατέρας παίζει πρέφα στο καφενείο, μην απορήσεις αν τους δεις το βράδυ να γιορτάζουν την...

Ημέρα των ερωτευμένων.

4/1/08

Σαν σήμερα

Ήταν παραμονές του 2000 όταν τρεις νεαροί αδελφικοί φίλοι αποφάσισαν να δουν την πρώτη ανατολή του ήλιου της νέας χιλιετίας από την «ερωτοσπηλιά» στο Πόρτο Ράφτη. Στο δρόμο για τον προορισμό τους το αυτοκίνητο ανετράπη κάπου στα Μεσόγεια. Οι δύο συνοδηγοί, ο Δημήτρης Αναπλιώτης 23 χρόνων και ο Λυκούργος Κοντάκος 22 χρόνων, ξεψύχησαν στο κάθισμα. Ο οδηγός όταν έφθασε η αστυνομία είχε εξαφανισθεί. Δεν είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.

Αστυνομία, απλοί πολίτες, φίλοι και συγγενείς άρχισαν να ψάχνουν το αγόρι. Ρωτούσαν, έμπαιναν σε ακατοίκητα σπίτια, ακόμα και σε στάνες με πρόβατα. Τίποτα.
Στο σπίτι του συνάντησα τους γονείς του. Περίμεναν πάνω από το τηλέφωνο κάποιο νέο και ταυτόχρονα έδιναν φωτογραφίες του γιου τους στα κανάλια μπας και τον δει κάποιος στο δρόμο και τον γνωρίσει.
Ο πατέρας συνταξιούχος αξιωματικός του στρατού συντόνιζε άτυπα τις έρευνες και οδηγούσε τους συγγενείς προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση ανάλογα με τις πληροφορίες που έφταναν.
Η μάνα δεν μιλούσε, έδειχνε ήρεμη, δεν έκλαιγε, τουλάχιστον δεν την είδα.
Ήμουν κάθε μέρα εκεί καθώς εκεί έφταναν όλες οι πληροφορίες.
Πέρασαν 2-3 μέρες.
Κάποια στιγμή την πλησίασα. Την έπιασα το χέρι και της είπα αυτό που θα έλεγε ο καθένας στη θέση μου.

- Μην ανησυχείτε. Όλα θα πάνε καλά.
Με ήρεμη φωνή με ρώτησε.
- Το πιστεύετε;
- Ναι το πιστεύω. Κάπου θα είναι, δεν μπορεί. Θα ηρεμήσει και θα γυρίσει. Δεν ήταν και λίγο που είδε τους φίλους του νεκρούς.
Έσκυψε το βλέμμα και σχεδόν ψυθιριστά μου είπε.
- Δεν τον ξέρετε.
- Τι θέλετε να πείτε;
Στη δουλειά αυτή πρέπει να είσαι έτοιμος για όλες τις απαντήσεις. Γι’ αυτή δεν ήμουν.
- Δεν θα τον ξαναδώ.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, πήρα μια ανάσα και συνέχισα αυτό που ξεκίνησα.
- Μα τι λέτε; Πρέπει να είστε αισιόδοξη. Ο γιος σας έχει πάθει σοκ αλλά θα το ξεπεράσει.
- Το γιό μου δεν θα τον ξαναδώ σας λέω. Είναι ευαίσθητο παιδί, δεν θα το αντέξει. Τον γέννησα και τον ξέρω όσο κανείς άλλος.

Πέρασαν άλλες 3-4 μέρες. Οι έρευνες δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Όλοι όμως ελπίζαμε. Όλοι εκτός από τη μάνα.
Ήταν βράδυ Τρίτης γύρω στις επτά. Ήμουν στο μοντάζ και μόνταρα το θέμα που θα έπαιζε στο κεντρικό δελτίο με τις εξελίξεις στο τομέα των ερευνών. Χτύπησε το τηλέφωνο.
- Φύγε γρήγορα. Ο μικρός βρέθηκε νεκρός στο Πόρτο Ράφτη.
…………………………………………………………………………………..

Φθάνοντας στο Πόρτο Ράφτη είδα τα φώτα από τα αυτοκίνητα της αστυνομίας δίπλα από ένα συγκρότημα πολυκατοικιών, όπως μπαίνουμε στην πόλη δεξιά. Μέσα στο σκοτάδι ξεχώριζε το άσπρο σεντόνι που σκέπαζε το άψυχο σώμα.

Ο μικρός περιπλανήθηκε για σχεδόν μία εβδομάδα στα Μεσόγεια. Εκ των υστέρων κάποιοι είπαν πως τον είδαν να περπατά στο δρόμο σα χαμένος. Εξαντλημένος ψυχικά και σωματικά έφθασε στο Πόρτο Ράφτη περπατώντας μια απόσταση 10 χιλιομέτρων. Μπήκε στη θάλασσα και προσπάθησε να πνιγεί. Αφέθηκε στο σκοτάδι και στα κύματα. Μάταια. Δεν μπορούσε. Βγήκε από τη θάλασσα. Το κρύο ήταν τσουχτερό, όχι πάνω από 3-4 βαθμούς κελσίου εκείνη τη νύχτα. Και φυσούσε δυνατά. Ο μικρός άρχισε, μούσκεμα όπως ήταν, να παγώνει. Ο σωματικός πόνος σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αφόρητος. Ταυτόχρονα άρχιζαν και τα πρώτα συμπτώματα πνευμονικού οιδήματος. Έτσι είπαν.
Κείνη την ώρα μια δύναμη τον έσπρωξε να ζήσει, να ζητήσει βοήθεια, να νιώσει ασφάλεια.
Περπάτησε μέχρι την πολυκατοικία και χτύπησε ένα κουδούνι. Του άνοιξαν. Μόλις ανέβηκε στο διαμέρισμα και ο ιδιοκτήτης αντίκρισε το νεαρό, στην κατάσταση που ήταν, τρομοκρατήθηκε. Έκλεισε αμέσως την πόρτα. Ο νεαρός τότε ανέβηκε στην ταράτσα και πήδηξε στο κενό.

Γιώργος Κόλλιας, ετών 21.
Σαν σήμερα, 4 Ιανουαρίου.
Στην κηδεία η μάνα με τίμησε με το βλέμμα της. Στη συνέχεια έπεσε στην αγκαλιά μου. Το θυμάται και κείνη. Είμαι σίγουρος.

«Δημήτρη, στο είπα, δεν θα ξαναδώ το Γιώργο μου».

Αθηνά Κόλλια. Η μάνα.
……………………………………………………………………………………..