4/1/08

Σαν σήμερα

Ήταν παραμονές του 2000 όταν τρεις νεαροί αδελφικοί φίλοι αποφάσισαν να δουν την πρώτη ανατολή του ήλιου της νέας χιλιετίας από την «ερωτοσπηλιά» στο Πόρτο Ράφτη. Στο δρόμο για τον προορισμό τους το αυτοκίνητο ανετράπη κάπου στα Μεσόγεια. Οι δύο συνοδηγοί, ο Δημήτρης Αναπλιώτης 23 χρόνων και ο Λυκούργος Κοντάκος 22 χρόνων, ξεψύχησαν στο κάθισμα. Ο οδηγός όταν έφθασε η αστυνομία είχε εξαφανισθεί. Δεν είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.

Αστυνομία, απλοί πολίτες, φίλοι και συγγενείς άρχισαν να ψάχνουν το αγόρι. Ρωτούσαν, έμπαιναν σε ακατοίκητα σπίτια, ακόμα και σε στάνες με πρόβατα. Τίποτα.
Στο σπίτι του συνάντησα τους γονείς του. Περίμεναν πάνω από το τηλέφωνο κάποιο νέο και ταυτόχρονα έδιναν φωτογραφίες του γιου τους στα κανάλια μπας και τον δει κάποιος στο δρόμο και τον γνωρίσει.
Ο πατέρας συνταξιούχος αξιωματικός του στρατού συντόνιζε άτυπα τις έρευνες και οδηγούσε τους συγγενείς προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση ανάλογα με τις πληροφορίες που έφταναν.
Η μάνα δεν μιλούσε, έδειχνε ήρεμη, δεν έκλαιγε, τουλάχιστον δεν την είδα.
Ήμουν κάθε μέρα εκεί καθώς εκεί έφταναν όλες οι πληροφορίες.
Πέρασαν 2-3 μέρες.
Κάποια στιγμή την πλησίασα. Την έπιασα το χέρι και της είπα αυτό που θα έλεγε ο καθένας στη θέση μου.

- Μην ανησυχείτε. Όλα θα πάνε καλά.
Με ήρεμη φωνή με ρώτησε.
- Το πιστεύετε;
- Ναι το πιστεύω. Κάπου θα είναι, δεν μπορεί. Θα ηρεμήσει και θα γυρίσει. Δεν ήταν και λίγο που είδε τους φίλους του νεκρούς.
Έσκυψε το βλέμμα και σχεδόν ψυθιριστά μου είπε.
- Δεν τον ξέρετε.
- Τι θέλετε να πείτε;
Στη δουλειά αυτή πρέπει να είσαι έτοιμος για όλες τις απαντήσεις. Γι’ αυτή δεν ήμουν.
- Δεν θα τον ξαναδώ.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, πήρα μια ανάσα και συνέχισα αυτό που ξεκίνησα.
- Μα τι λέτε; Πρέπει να είστε αισιόδοξη. Ο γιος σας έχει πάθει σοκ αλλά θα το ξεπεράσει.
- Το γιό μου δεν θα τον ξαναδώ σας λέω. Είναι ευαίσθητο παιδί, δεν θα το αντέξει. Τον γέννησα και τον ξέρω όσο κανείς άλλος.

Πέρασαν άλλες 3-4 μέρες. Οι έρευνες δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Όλοι όμως ελπίζαμε. Όλοι εκτός από τη μάνα.
Ήταν βράδυ Τρίτης γύρω στις επτά. Ήμουν στο μοντάζ και μόνταρα το θέμα που θα έπαιζε στο κεντρικό δελτίο με τις εξελίξεις στο τομέα των ερευνών. Χτύπησε το τηλέφωνο.
- Φύγε γρήγορα. Ο μικρός βρέθηκε νεκρός στο Πόρτο Ράφτη.
…………………………………………………………………………………..

Φθάνοντας στο Πόρτο Ράφτη είδα τα φώτα από τα αυτοκίνητα της αστυνομίας δίπλα από ένα συγκρότημα πολυκατοικιών, όπως μπαίνουμε στην πόλη δεξιά. Μέσα στο σκοτάδι ξεχώριζε το άσπρο σεντόνι που σκέπαζε το άψυχο σώμα.

Ο μικρός περιπλανήθηκε για σχεδόν μία εβδομάδα στα Μεσόγεια. Εκ των υστέρων κάποιοι είπαν πως τον είδαν να περπατά στο δρόμο σα χαμένος. Εξαντλημένος ψυχικά και σωματικά έφθασε στο Πόρτο Ράφτη περπατώντας μια απόσταση 10 χιλιομέτρων. Μπήκε στη θάλασσα και προσπάθησε να πνιγεί. Αφέθηκε στο σκοτάδι και στα κύματα. Μάταια. Δεν μπορούσε. Βγήκε από τη θάλασσα. Το κρύο ήταν τσουχτερό, όχι πάνω από 3-4 βαθμούς κελσίου εκείνη τη νύχτα. Και φυσούσε δυνατά. Ο μικρός άρχισε, μούσκεμα όπως ήταν, να παγώνει. Ο σωματικός πόνος σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αφόρητος. Ταυτόχρονα άρχιζαν και τα πρώτα συμπτώματα πνευμονικού οιδήματος. Έτσι είπαν.
Κείνη την ώρα μια δύναμη τον έσπρωξε να ζήσει, να ζητήσει βοήθεια, να νιώσει ασφάλεια.
Περπάτησε μέχρι την πολυκατοικία και χτύπησε ένα κουδούνι. Του άνοιξαν. Μόλις ανέβηκε στο διαμέρισμα και ο ιδιοκτήτης αντίκρισε το νεαρό, στην κατάσταση που ήταν, τρομοκρατήθηκε. Έκλεισε αμέσως την πόρτα. Ο νεαρός τότε ανέβηκε στην ταράτσα και πήδηξε στο κενό.

Γιώργος Κόλλιας, ετών 21.
Σαν σήμερα, 4 Ιανουαρίου.
Στην κηδεία η μάνα με τίμησε με το βλέμμα της. Στη συνέχεια έπεσε στην αγκαλιά μου. Το θυμάται και κείνη. Είμαι σίγουρος.

«Δημήτρη, στο είπα, δεν θα ξαναδώ το Γιώργο μου».

Αθηνά Κόλλια. Η μάνα.
……………………………………………………………………………………..