17/12/08

Η εξέγερση του αιώνιου Ανθρώπου

Η δική μου εξέγερση προϋπήρξε της δικής σας και θα συνεχιστεί, όταν η δική σας πάει για ύπνο στης παρακμής το κρεβάτι, που τώρα σας κλείνει το μάτι.

Η δική μου εξέγερση ξεκίνησε πριν πολλά πολλά χρόνια. Τότε που η αστραπή και η βροντή ήταν θεϊκό σημάδι και η γη το κέντρο του κόσμου. Τότε που κανείς δεν γνώριζε πώς καρπίζει ένα δέντρο και μαραίνεται ένα λουλούδι. Τότε που οι άνθρωποι προσεύχονταν για να βρέξει και μαστίγωναν τη θάλασσα για να δαμάσουν τη δύναμή της. Τότε που πίστευαν σε θαύματα και υπερφυσικές δυνάμεις καθώς κοιτούσαν το ουράνιο τόξο ή την είσοδο στην ατμόσφαιρα μιας μικρής ποσότητας ύλης («ένα αστέρι πέφτει»).

Τότε ξεκίνησε η δική μου εξέγερση ενάντια σε όλα τούτα τα παράλογα και σε άλλα ακόμη. Και ξεκίνησε έχοντας στα χέρια μου το πιο φοβερό, το πιο δυνατό, το πιο λαμπερό όπλο. Τη Γνώση.
Η έμφυτη δίψα μου να μάθω για τα άγνωστα και να εξηγήσω τα ανεξήγητα, στάθηκε ο πιστός σύντροφός μου. Αυτός και η αγάπη μου στους ανθρώπους. Να ζήσουν καλύτερα. Αυτά συντήρησαν τον πόθο μου να ανακαλύψω τον κόσμο. Και τον ανακάλυψα και τον έκανα καλύτερο. Ποτέ όμως δεν σταμάτησα την εξέγερσή μου, γιατί διαπίστωσα ότι σε κάθε λύση που έβρισκα, με περίμενε λίγο πιο κάτω άλλη μια απορία. Έτσι πορεύτηκα εκείνα τα χρόνια. Με αντίθετο άνεμο και εχθρό τους ανθρώπους.

Στα χρόνια που ήρθαν, οι άνθρωποι, πήραν τις λύσεις που έδωσα και έφτιαξαν συστήματα δικά τους, κομμένα στα μέτρα τους. Συστήματα φανταχτερά και πλούσια. Με αεροπλάνα και αυτοκίνητα και διαστημόπλοια και τηλεοράσεις. Και ήταν μεγάλη η χαρά μου που παρέδωσε η γνώση μου όλα ετούτα στους ανθρώπους. Να μπορούν να χαίρονται τις χαρές της ζωής πιότερο από εμάς.
Και τότε είπα να ξαποστάσω για λίγο. Σίγουρος πια πως θα έρθουν και άλλοι να τραβήξουν το δρόμο μου.

Και ήταν τότε που χάλασε το πράμα. Τότε που τα δώρα μου στους ανθρώπους, πήραν τη μορφή απειλής. Τότε που οι άνθρωποι, νεόπλουτοι όντες, λησμόνησαν τη δική μου εξέγερση, πριν πολλά πολλά χρόνια. Πήραν τη γνώση μου και την έκλεισαν σε μουσεία. Τύπωσαν την εξέγερσή μου σε νεκρά βιβλία ιστορίας και κάθισαν αναπαυτικά στον καναπέ τους καταναλώνοντας συνέχεια. Και συνέχεια και συνέχεια. Ω θεοί. Μα εγώ δεν έδειξα τέτοιο δρόμο.

Τους παρέδωσα έτοιμη γνώση σμιλεμένη με πόνο, ποτισμένη με αίμα ανθρώπων σοφών. Και τους ζήτησα να συνεχίσουν το ίδιο. Με την ίδια λαχτάρα, με τους ίδιους κίνδυνους που δοκίμασα εγώ, πριν πολλά πολλά χρόνια. Και εκείνοι έστρεψαν τα μάτια τους αλλού. Εκεί που βασίλειο έχουν οι λέξεις «κατάχρηση», «αφθονία», «κατανάλωση», «άκρατος ευδαιµονισµός». Και κοντά με αυτές, «προλήψεις», «δεισιδαιμονίες», «αστρολογίες», «θρησκείες». Τι κι αν τους είχα μιλήσει για το «τίμημα». Για το κόστος που θα πληρώσουν σαν αποφασίσουν να γελάνε χωρίς χαρά και να κλαίνε χωρίς λύπη. Να βλέπουν χωρίς να ρωτάνε και να δέχονται χωρίς να κρίνουν. Να μιλούν δίχως να σκέφτονται και να πράττουν δίχως να λογαριάζουν. Τους είχα μιλήσει πριν πολλά πολλά χρόνια αλλά δεν με άκουσαν. Και τώρα θερίζουν τον άνεμο. Σκοτώνουν το θάνατο. Μα πώς είναι δυνατόν το νεκρό να σκοτώσεις;

Ξαπόστασα λίγο, όχι όσο θα ήθελα. Ήρθε καιρός να τραβήξω ξανά σε εκείνο τον πρώτο δρόμο που χάραξα πριν πολλά πολλά χρόνια. Τότε που έκανα τον κόσμο καλύτερο.
Σήμερα, ήρθε η ώρα να τον αλλάξω.
Να ανάψω φωτιές όμοιες με αυτές που άναψε στα Δερβενάκια ο Κολοκοτρώνης στο Δράμαλη. Για να διώξω τα δακρυγόνα που ρίχνουν στο μυαλό σας.
Να στήσω οδοφράγματα ίσα με το μπόι του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς στον Παρθενώνα. Να μην περάσει η ασχήμια στις ψυχές των παιδιών.
Να φτιάξω τεράστιες γκιλοτίνες, σαν τον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων. Πανεπιστήμια και υπουργεία και ιδρύματα και σχολειά και τηλεοράσεις. Να μην μπορέσει το σκοτάδι να πάρει κεφάλι.
Σήμερα. Τώρα, και μόνο εγώ.
Το γιατί είναι απλό. Η δική μου εξέγερση προϋπήρξε της δικής σας και θα συνεχιστεί, όταν η δική σας πάει για ύπνο στης παρακμής το κρεβάτι.
Ελάτε. Η θέση σας είναι μαζί μου και ο δρόμος μακρύς, ανηφορικός. Μακρύτερος από ένα δελτίο ειδήσεων που σας κλείνει το μάτι. Πιο ανηφορικός από τη Στουρνάρη που οδηγεί στα – ίσως - Χαμένα Εξάρχεια.

Ποιος είπε ότι η Ατλαντίδα χάθηκε. Απλά δεν τη βρήκαμε ακόμα.

12/12/08

Κλαίω γιατί «κλαίτε» για μένα

Ο θάνατος του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου εκτόνωσε μια άνευ προηγουμένου οργή σε μια μεγάλη μερίδα της νεολαίας μας.

Ένας κακοεκπαιδευμένος και μάλλον ανόητος αστυνομικός, έγινε μέσα σε μια νύχτα το σύμβολο του συστήματος. Ενός συστήματος που παράγει παρακμή καθώς είναι γέννημά της.

Οι νέοι ξεσηκώθηκαν, βγήκαν στους δρόμους. Όχι για να πουν, αλλά για να εκδηλώσουν την οργή τους. Το συναίσθημα υπήρξε ανέκαθεν η κινητήριος δύναμη της ιστορίας. Σε όποια περίοδο της ιστορίας και αν στρέψει κανείς τα μάτια του, στην αρχή κάθε λαϊκού ξεσηκωμού βρίσκεται το συναίσθημα. Ποτέ η λογική.

Το συναίσθημα μας λένε οι ειδικοί, είναι χαοτικό. Δεν γνωρίζει όρια και κανόνες. Μπορώ να ερωτευθώ ή να αγαπήσω όποτε θέλω, όποιον-α θέλω και κυρίως όσο θέλω. Τόσο, που στο όνομά του μπορώ να αυτοκαταστραφώ ή να καταστρέψω. Να σωθώ ή να σώσω.

Η οργή είναι ένα γνήσιο και συνάμα παρεξηγημένο συναίσθημα. Φιλοσοφικές σχολές και θρησκευτικά δόγματα το αποκήρυξαν και άλλες το χρησιμοποίησαν ταυτόχρονα με την αποκήρυξή του. Κανείς όμως δεν μπόρεσε να απαντήσει πειστικά με ποιόν τρόπο η ανθρώπινη φύση μπορεί να αντιδράσει απέναντι στην αδικία αν όχι με την οργή. Προχωράς στο δρόμο και κάποιος, χωρίς λόγο, σε χτυπάει δυνατά στο πρόσωπο. Μετά από λίγα μέτρα σε ξαναχτυπάει. Και πιο κάτω τρως και τρίτη σφαλιάρα. Ποια μπορεί να είναι η αντίδρασή σου χωρίς αυτή να εμπεριέχει οργή; Δηλαδή εκείνο το «γιατί, σε τι σού έφταιξα;». Πώς μπορεί να ειπωθεί αυτό χωρίς οργή;

Οι μαθητές βγήκαν στους δρόμους οργισμένοι, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο. Φώναξαν, μούντζωσαν, πετροβόλησαν και κάποιοι έκαψαν. Ξαφνικά βρέθηκαν στο κέντρο της επικαιρότητας από εκεί που ήταν στο περιθώριο. Όλοι μίλησαν γι’ αυτούς και τους «αγώνες τους».

Όλοι, ακόμα και η πονεσιάρα τηλεοπτική κουτσομπόλα και ο θαμώνας του σκυλάδικου και ο βετεράνος χούλιγκαν του γηπέδου και ο λοβοτομημένος κλακαδόρος του κόμματος και ο δημοσιοσχεσίτης ρασοφόρος, και ο κουτοπόνηρος δημοσιογράφος του κίτρινου τύπου και ο σόουμαν καλοπληρωμένος άνκορμαν του «δελτίου ειδήσεων» και ο συμβιβασμένος πανεπιστημιακός με όλη την οικογένεια στο ίδρυμα.

Χμμμ, κάτι δεν πάει καλά.

Μα πώς είναι δυνατόν τόση αγνή οργή (γιατί αγνή είναι η οργή του παιδιού) να αγγίζει τόση πλέμπα;
Πώς είναι δυνατόν τόση αγνή οργή να βρίσκει υποστηρικτές και, κυρίως, καθοδηγητές μέσα στα σκουπίδια;
Πώς είναι δυνατόν, εντέλει, τόση αγνή οργή να αφήνει ανέπαφους αυτούς που εξέθρεψαν την οργή;

Περίεργο ε;


Τα παιδιά δεν αδίκησαν τον εαυτό τους όταν κατέβηκαν στους δρόμους με οργή (συναίσθημα) αλλά χωρίς τη γνώση (λογική). Όφειλαν να πράξουν έτσι. Αλίμονο σε αυτούς που λογάριασαν πως η γνώση είναι κώδικας που δεν σπάει. Σπάει, ενίοτε πάνω στα κεφάλια τους.