30/10/09

Τινάξτε τη μπάνκα

Φίλοι με ρωτούν γιατί δεν γράφω πιο συχνά.
Απαντώ.
Καταρχάς, δεν «έχασε η βενετιά βελόνι» αν σταματήσω να γράφω εγώ, και το εννοώ.
Κατά δεύτερον, είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να πω που αυτή τη στιγμή επιλέγω να σιωπήσω.
Όσα στοιχήματα έβαλα τα τελευταία χρόνια τα κέρδισα. Το τελευταίο που έβαλα είναι ότι: ψώνιο, γραφικός, ξερόλας και μαλάκας, δεν θα γίνω για να καλύψω με άρωμα την δυσωδία τους (περί αυτού πρόκειται).
Μην αφήνετε τους άλλους να ορίσουν τους όρους του παιχνιδιού. Παίξτε με τους δικούς σας όρους και κρατήστε για το τέλος το καλύτερο φύλλο. Χωρίς φωνές και πολλά λόγια πετάξτε τους στη μούρη τις ακαθαρσίες τους που τις μαζεύατε προσεκτικά και με υπομονή σε δισκοπότηρο.
Και μετά χαμογελάστε νηφάλιοι μπροστά σε ένα θλιμμένο ηλιοβασίλεμα. Όμορφο σαν και σας πια.

25/7/09

Η επώνυμη του νησιού

Καθόταν σε ένα μικρό μπαλκόνι και κοιτούσε από κάτω τους τουρίστες που ανεβοκατέβαιναν το στενοσόκακο. Γύριζε το πρόσωπό της πότε αριστερά πότε δεξιά, λες και ήθελε να δει και το πρόσωπο και την πλάτη των ίδιων ανθρώπων.
Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα που είδα σαν έκατσα, τυχαία ακριβώς από κάτω της, να πιω έναν καφέ, να ξεκουράσω τα μάτια μου.
Πήρα αμέσως τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια μου και σημάδεψα στο πρόσωπό της την ώρα που κοιτούσε προς άλλη κατεύθυνση. Φαινόταν όμως ολοκάθαρα.
Με το κλικ πάω αμέσως να δω τι τράβηξα και τι βλέπω;


Με είχε αντιληφθεί και μου έριχνε μια ματιά σκέτο φαρμάκι. Στη συνέχεια κρύφτηκε πίσω από ένα μικρό χαλί που είχε απλώσει στο μπαλκόνι. Δεν μπορούσα να την δω πια.
Μπορούσα όμως να της μιλήσω.
Σηκώθηκα από το τραπέζι και ανέβηκα τα σκαλιά. Την πλησίασα.

- Δεν έχετε λόγο να κρύβεστε.
- Είμαι μεγάλη παιδί μου για να βγαίνω στις φωτογραφίες.

Συστήθηκα. Το ίδιο και εκείνη.

- Ζείτε μόνη σας;
- Ναι, ο άνδρας μου πέθανε και έχω μείνει με ένα γιο εδώ στο νησί που δουλεύει σε δικό του μαγαζί με τουριστικά είδη. Έχω κι άλλους δυο γιούς έναν δικηγόρο και έναν ηλεκτρονικό. Παντρεμένοι και οι δυό.
- Εδώ γεννηθήκατε;
- Όχι, στον Πειραιά το 1934. Μόλις όμως μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα με πήραν οι γονείς μου και ήρθαμε εδώ. Ήμουν έξι ετών. Τουλάχιστον εδώ δεν είχαμε βομβαρδισμούς.
- Οι γονείς σας ήταν από εδώ;
- Ναι και οι δύο, αλλά έφυγαν για την Αθήνα όπως πολλοί άλλοι τότε.
- Βρήκατε καλύτερη ζωή εδώ;
- Πείνα παιδί μου, πολύ πείνα. Το νησί είναι άγονο. Ούτε λάδι ούτε χόρτα για να φας. Κριθάρι και σιτάρι καλλιεργούσαμε. Τουλάχιστον το ψωμί δεν μας έλειψε.
- Σήμερα όμως το νησί δείχνει πλούσιο.
- Άλλαξαν πολύ τα πράγματα τα τελευταία χρόνια. Έρχονται πολλοί ξένοι τα καλοκαίρια, υπερβολικά πολλοί. Οι ντόπιοι πια στέκονται καλά. Πολλοί έκαναν μεγάλες περιουσίες.
- Το χειμώνα πώς περνάει ο καιρός;
- Δύσκολα. Ψάχνεις άνθρωπο με το φανάρι στα σοκάκια. Τώρα όμως κάθομαι εδώ στο μπαλκόνι και περνάει η ώρα μου.
- Πώς περνάει; Αφού δεν κάνετε κάτι.

- Κοιτάζω τους ανθρώπους που περνούν από κάτω και περνάει η ώρα.









 
 
 
 
 
Φεύγοντας ένιωσα τη ματιά της στην πλάτη μου να πέφτει βαριά σκεφτόμενος την τελευταία φράση της. Γύρισα πίσω και της χαμογέλασα. Το ίδιο έκανε και εκείνη καθώς την ξαναφωτογράφιζα.







Στην κυρία Πηνελόπη Κιούκα. Τη μόνη επώνυμη που γνώρισα στη Μύκονο.

14/6/09

γκέι πολιτισμός

Το ότι η χώρα αυτή έχει χάσει το μέτρο προ πολλού, είναι γνωστό. Να εξηγούμαστε, είναι γνωστό σε όσους δεν έχουν χάσει το μέτρο. Γιατί αυτός που το έχει χάσει δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του.
Ένα από τα συμπτώματα της σημερινής παρακμής είναι η άκρατη επιθυμία. Οι λέξεις «θέλω», «επιθυμώ», «νιώθω», «απολαμβάνω» έχουν χάσει το σημείο επαφής που οφείλουν να έχουν με τις λέξεις «σκέφτομαι», «μετράω», «υπολογίζω», «σταθμίζω». Η διαλεκτική επικοινωνία αυτών των δύο κόσμων δεν υφίσταται πια. Ο κόσμος του συναισθήματος και ο κόσμος της λογικής βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο, με τον πρώτο να κερδίζει κατά κράτος ένα αντίπαλο αδύναμο και απαξιωμένο.
Όλοι θέλουν να νιώσουν, να απολαύσουν όσο το δυνατόν περισσότερα. Κανείς δεν νοιάζεται να αναρωτηθεί με γνώμονα τη λογική: «πώς θα τα αποκτήσω» ή «ποια ανάγκη μου καλύπτουν».
Όλα τα μηνύματα που διαχέονται στην κοινωνία αποβλέπουν στην ποσοτική αύξηση της επιθυμίας σου. Έτσι, χωρίς κανένα όριο ο άνθρωπος αγγίζει σήμερα την κορυφή της νοσηρότητας: να επιθυμεί την επιθυμία. Ή αλλιώς, «θέλω να συνεχίσω να θέλω». Η απόκτηση ενός προϊόντος περνά πια σε δεύτερη μοίρα. Πρωτεύει να συνεχίσω να θέλω να επιθυμώ. Φέρτε στο μυαλό σας την εικόνα του λαίμαργου που κάνει εμετό αμέσως μόλις φάει. Για να ξαναφάει. Αυτή την εικόνα αγγίζει ο σημερινός άνθρωπος. Ή αλλιώς: καταναλωτικός αυνανισμός χωρίς εκσπερμάτιση. Μαλάκας χωρίς διάλειμμα, δηλαδή. Ισόβιος.
Ένας νέος κόσμος δείχνει να ανατέλλει, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου θα είναι η απουσία ορθολογικής σκέψης. Φανταχτερά χρώματα, αρώματα, στολίδια και ξύλινα χαμόγελα θα συνοδεύσουν τον ερχομό του, και εμείς θα αλαλάζουμε στο πέρασμά του: «κάντε στην άκρη, περνάει η πρόοδος».

Ας περάσει λοιπόν η αφεντιά του. Με όλη του τη θηλυπρέπεια.
Ω θεέ μου…

15/5/09

Όνειρα και πράσινα άλογα.

Το όνειρο του ηγέτη που γίνεται πραγματικότητα, είναι αυτό που τυπώνει το όνομα του στο πάνθεον των Μεγάλων. Έτσι λοιπόν:



Η Nομοθεσία ήταν το όνειρο του Σόλωνα.
Ο Παρθενώνας ήταν το όνειρο του Περικλή.
Η γιατρειά του αρρώστου το όνειρο του Ιπποκράτη.

Και πάει λέγοντας…




Πολλά χρόνια αργότερα…
Το όνειρο του Κολοκοτρώνη ήταν να ελευθερώσει την Ελλάδα.
Το όνειρο του Καποδίστρια να συστήσει κράτος.
Το όνειρο του Βενιζέλου να μεγαλώσει την Ελλάδα.

Σήμερα, το όνειρο του Νεοέλληνα πολιτικού είναι…
να κατασκευάσει το γήπεδο του Παναθηναϊκού.

10/3/09

Το κάτι και το τίποτα

Η χώρα μας περνάει τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της. Και αυτή η κρίση δεν είναι ούτε οικονομική, ούτε πολιτική. Αυτές είναι δορυφόροι της πραγματικής κρίσης. Αυτής που βρίσκεται στο κέντρο. Και στο κέντρο βρίσκεται κάτι πολύ πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό.
Το τίποτα.
Δεν έχει μείνει τίποτα.
Δεν υπάρχει τίποτα.
Η χώρα κυβερνιέται από το τίποτα και κυβερνάει το τίποτα. Και μη γελιέστε. Αύριο πάλι το τίποτα θα κυβερνάει το τίποτα.

Κάθεσαι αναπαυτικά στην πολυθρόνα σου βλέποντας στην τηλεόραση το τίποτα. Αλλά δεν βλέπεις τίποτα.
Θέλεις να διαμαρτυρηθείς αλλά δεν έχεις τίποτα να πεις.
Θέλεις να νιώσεις οργή αλλά δεν νιώθεις τίποτα.
Προσπαθείς να γελάσεις. Τίποτα.
Προσπαθείς να κλάψεις. Τίποτα.
Τριγυρνάς στους δρόμους της πόλης να αποφύγεις το τίποτα. Και πέφτεις πάνω στο τίποτα.
Τότε το ρωτάς: γιατί υπάρχεις;
Και εκείνο σου απαντά: Δεν σε ακούω να λες τίποτα.
- Μα τότε πώς απαντάς;
- Σχεδόν πάντα απαντώ στο τίποτα. Και πάντα, όταν νομίζει ότι είναι κάτι.