25/7/09

Η επώνυμη του νησιού

Καθόταν σε ένα μικρό μπαλκόνι και κοιτούσε από κάτω τους τουρίστες που ανεβοκατέβαιναν το στενοσόκακο. Γύριζε το πρόσωπό της πότε αριστερά πότε δεξιά, λες και ήθελε να δει και το πρόσωπο και την πλάτη των ίδιων ανθρώπων.
Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα που είδα σαν έκατσα, τυχαία ακριβώς από κάτω της, να πιω έναν καφέ, να ξεκουράσω τα μάτια μου.
Πήρα αμέσως τη φωτογραφική μηχανή στα χέρια μου και σημάδεψα στο πρόσωπό της την ώρα που κοιτούσε προς άλλη κατεύθυνση. Φαινόταν όμως ολοκάθαρα.
Με το κλικ πάω αμέσως να δω τι τράβηξα και τι βλέπω;


Με είχε αντιληφθεί και μου έριχνε μια ματιά σκέτο φαρμάκι. Στη συνέχεια κρύφτηκε πίσω από ένα μικρό χαλί που είχε απλώσει στο μπαλκόνι. Δεν μπορούσα να την δω πια.
Μπορούσα όμως να της μιλήσω.
Σηκώθηκα από το τραπέζι και ανέβηκα τα σκαλιά. Την πλησίασα.

- Δεν έχετε λόγο να κρύβεστε.
- Είμαι μεγάλη παιδί μου για να βγαίνω στις φωτογραφίες.

Συστήθηκα. Το ίδιο και εκείνη.

- Ζείτε μόνη σας;
- Ναι, ο άνδρας μου πέθανε και έχω μείνει με ένα γιο εδώ στο νησί που δουλεύει σε δικό του μαγαζί με τουριστικά είδη. Έχω κι άλλους δυο γιούς έναν δικηγόρο και έναν ηλεκτρονικό. Παντρεμένοι και οι δυό.
- Εδώ γεννηθήκατε;
- Όχι, στον Πειραιά το 1934. Μόλις όμως μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα με πήραν οι γονείς μου και ήρθαμε εδώ. Ήμουν έξι ετών. Τουλάχιστον εδώ δεν είχαμε βομβαρδισμούς.
- Οι γονείς σας ήταν από εδώ;
- Ναι και οι δύο, αλλά έφυγαν για την Αθήνα όπως πολλοί άλλοι τότε.
- Βρήκατε καλύτερη ζωή εδώ;
- Πείνα παιδί μου, πολύ πείνα. Το νησί είναι άγονο. Ούτε λάδι ούτε χόρτα για να φας. Κριθάρι και σιτάρι καλλιεργούσαμε. Τουλάχιστον το ψωμί δεν μας έλειψε.
- Σήμερα όμως το νησί δείχνει πλούσιο.
- Άλλαξαν πολύ τα πράγματα τα τελευταία χρόνια. Έρχονται πολλοί ξένοι τα καλοκαίρια, υπερβολικά πολλοί. Οι ντόπιοι πια στέκονται καλά. Πολλοί έκαναν μεγάλες περιουσίες.
- Το χειμώνα πώς περνάει ο καιρός;
- Δύσκολα. Ψάχνεις άνθρωπο με το φανάρι στα σοκάκια. Τώρα όμως κάθομαι εδώ στο μπαλκόνι και περνάει η ώρα μου.
- Πώς περνάει; Αφού δεν κάνετε κάτι.

- Κοιτάζω τους ανθρώπους που περνούν από κάτω και περνάει η ώρα.









 
 
 
 
 
Φεύγοντας ένιωσα τη ματιά της στην πλάτη μου να πέφτει βαριά σκεφτόμενος την τελευταία φράση της. Γύρισα πίσω και της χαμογέλασα. Το ίδιο έκανε και εκείνη καθώς την ξαναφωτογράφιζα.







Στην κυρία Πηνελόπη Κιούκα. Τη μόνη επώνυμη που γνώρισα στη Μύκονο.