10/11/10

Ο ένας πεθαίνει και ο άλλος φεύγει. (Και κάποιοι – πιο τυχεροί – πάνε για ύπνο)

«Έφυγε» σε ηλικία 87 ετών ο Γιάννης Δαλιανίδης.

“Έφυγε” η γνωστή λαϊκή τραγουδίστρια Δούκισσα.

Σε ηλικία 50 ετών, έφυγε από την ζωή ο Michael Jackson.

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 χρόνων, ο πρώην πρωθυπουργός Τζαννής Τζαννετάκης.

Έφυγε η Αννα Καλουτά.

"Εφυγε" ο Γιάννης Μόραλης.

«Έφυγε» ξαφνικά από τη ζωή, ο δημοφιλής ηθοποιός Σωτήρης Μουστάκας.
_____________________________________


Δεν είναι η πρώτη φορά που γράφεται και λέγεται αυτή η ανοησία από δημοσιογράφους και λοιπούς κουλτουριάρηδες της οκάς.

Πέρα από το γεγονός ότι το ρήμα «φεύγω» αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της επιστροφής.

Πέρα από το γεγονός ότι το ρήμα «φεύγω» δηλώνει μια εκούσια ενέργεια. Άσχετα αν δεν την επιθυμεί πάντα ο ενεργών («δεν θέλω αλλά πρέπει να φύγω»), δεν παύει να την πραγματοποιεί ο ίδιος.

Πέρα από το γεγονός ότι ακόμα και τα εισαγωγικά στο συγκεκριμένο ρήμα δίνουν μια διάσταση που εννοιολογικά δεν στέκει, αναφορικά με το θάνατο. «Έφυγε αλλά όχι ακριβώς», «έφυγε και δεν έφυγε». Με άλλα λόγια, έφυγε αλλά δεν το εννοούμε.

Πέρα από όλα αυτά, η χρησιμοποίηση του ρήματος (με ή χωρίς εισαγωγικά) αναφορικά με το γεγονός του θανάτου δείχνει όχι μόνο άγνοια αλλά και ασέβεια στο νεκρό υπό την έννοια ότι διαστρέφει-παραποιεί ένα γεγονός τόσο σαφές και ξεκάθαρο όσο και ένα μήλο που πέφτει από τη μηλιά. Αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά ενός φαινομένου τόσο απόλυτου που δεν επιδέχεται ούτε ανάλυση ούτε ερμηνεία. Ελάχιστη τιμή στο νεκρό είναι η ακριβής αναγγελία του τελευταίου γεγονότος της ζωής του. Της δικής του ζωής.

Η δημοσιογραφική γλώσσα οφείλει να είναι ακριβής. Να περιγράφει δηλαδή με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια ένα γεγονός. Ειδάλλως δεν είναι δημοσιογραφική, είναι λογοτεχνική-ποιητική, και μάλιστα κακή.

Ο δημοσιογράφος όταν, για παράδειγμα, καταγράφει κάποιον που αυτοκτονεί πηδώντας από το μπαλκόνι του οφείλει να γράψει-πει αυτό που ακριβώς βλέπει: «πήδηξε από το μπαλκόνι του στο κενό…» και όχι «άνοιξε τα χέρια του και πέταξε…» ή «τα ψυχολογικά προβλήματα τον οδήγησαν…». Γιατί άνθρωπέ μου; Ήσουν ο ψυχίατρός του ή έχεις απωθημένα που δεν έγινες πιλότος;

Αντίστοιχα, όταν ένας άνθρωπος πεθάνει, ΠΕΘΑΝΕ. Ούτε έφυγε, ούτε μετακόμισε στη γειτονιά των αγγέλων, ούτε κάνει παρέα με τον Μπιθικώτση και τον Τσιτσάνη. Πέθανε κύριοι δημοσιογράφοι ή αν θέλετε απεβίωσε (τι ωραία λέξη!).

Από την άλλη, θα έχετε ακούσει-διαβάσει και το περίφημο «εκοιμήθη» αναφορικά με θανάτους ιερωμένων. Η χρησιμοποίηση του ρήματος από θεολόγους και εκκλησιαστικούς παράγοντες είναι πέρα από την κριτική μου. Ο δημοσιογράφος όμως, επειδή ακριβώς δεν έχει καμία δουλειά με τη θεολογική γλώσσα οποιουδήποτε δόγματος, οφείλει και στις περιπτώσεις θανάτων ιερωμένων όλων των βαθμίδων να ακολουθήσει το δημοσιογραφικό αυτονόητο: μέγιστη δυνατή ακρίβεια στη μεταφορά της είδησης. Και το ακριβές ρήμα στην περίπτωση π.χ. του θανάτου του μητροπολίτη Καντιώτη είναι «απεβίωσε». Δεν εκοιμήθη.

Ο δημοσιογραφικός λόγος οφείλει να κρατά αποστάσεις από θρησκευτικές αντιλήψεις, ιδεολογίες και μεταφυσικές αναζητήσεις. Αν πιστεύω ότι ο πατέρας μου καθώς θα πεθάνει θα συναντήσει το μπάρμπα του, αυτό είναι μια πίστη-επιθυμία ξένη προς το δημοσιογραφικό λόγο. Σε φίλους και συγγενείς έχεις δικαίωμα να πεις ότι θέλεις, ανάλογα με την πολιτισμική συγκρότηση που κουβαλάς, στο χαρτί της εφημερίδας όμως θα γράψεις αυτό που έχεις βεβαιώσει με τα μάτια σου. Και όταν αυτά δεν αρκούν, με τα στοιχεία που έχεις συγκεντρώσει από διάφορες πηγές.

Είναι και κάτι άλλο όμως, ακόμα πιο βαρύ.

Γιατί δηλαδή η Δούκισσα, ο Michael Jackson, ο Καζαντζίδης και ο Κακαουνάκης να «φεύγουν» και ο μπακάλης, ο περιπτεράς, ο κυρ Μήτσος και ο «άτυχος οδηγός του αυτοκινήτου που παραβίασε τον φωτεινό σηματοδότη» να πεθαίνουν.

Κάποιοι θα μιλήσουν για ρατσισμό ακόμα και στο θάνατο. Μπορεί, αλλά είναι πιο απλά τα πράγματα. Υποκρισία και λαϊκισμός σε συνδυασμό με απαιδευσιά και εμπόριο συναισθημάτων.