14/12/11

Ε ψιτ...

                                                                              
Ε ψιτ φλώρε, λίγα με τις πουτάνες και την ψυχή τους. Αν από τις γυναίκες που είχες οι μισές σε άφησαν και οι άλλες μισές προτίμησαν το γείτονα, πριν το αντριλίκι σου τις απαξιώσει χυδαία, κάνε αυτά: α) τίναξε το κορμί σου να φύγουν τα πούπουλα. β) σταμάτα να μιλάς συνέχεια για την "τίμια και σεμνή μαμά μου", και γ) αν σου περισσεύει δύναμη στα χέρια πάρε νερό κι αλεύρι και φτιάξε ζύμη.
Η γυναίκα, μου έλεγε κάποτε ένα ασπρομάλλικο αλάνι, δεν θέλει κόκορα, ούτε μαμάκια. Και κυρίως…
το σώμα της δεν είναι για ζύμωμα.
Αυτά.

10/12/11

Ανθρωπισμός.

Μπορώ να σε αγνοήσω τόσο πολύ, που μέχρι κι εσύ κάποια στιγμή θα αμφισβητήσεις την ύπαρξή σου.
 Μεγαλύτερος ανθρωπισμός απ' αυτόν δεν υπάρχει.

31/10/11

Εύκολη διάσωση.

Πάνε αρκετά χρόνια. Είχε ανεβεί στην ταράτσα ενός ξενοδοχείου (στο Stanley στην Πλ. Καραϊσκάκη αν θυμάμαι καλά – ήμουν εκεί) ένας φουκαράς που χρώσταγε της μιχαλούς και απειλούσε να πηδήξει στο κενό αν δεν του διέγραφαν κάποιο χρέος που είχε. Μαζεύτηκε αστυνομία, πυροσβεστική, δημοσιογράφοι και… περίεργοι. Κάποιος «ειδικός» πλησίασε κοντά του προσπαθώντας να τον πείσει να κατέβη. Του μιλούσε συνέχεια. Τίποτα. Όσο τον πίεζε τόσο εκείνος πλησίαζε πιο κοντά στην άκρη δείχνοντας μάλιστα με διάφορες κινήσεις ότι ήταν αποφασισμένος να δώσει τέλος στη ζωή του. Οι ώρες περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα και όλοι άρχισαν να φοβούνται πως η κόπωση θα μπορούσε να σταθεί μοιραία για τον άτυχο άνδρα (είχε καθίσει στην άκρη με τα πόδια στο κενό).

Τελικά τη λύση έδωσαν ένα τσούρμο πιτσιρικάδες που μαζεύτηκαν στην πλατεία. Όλοι μαζί και ρυθμικά άρχισαν να φωνάζουν: «ΠΕΣΕ ΠΕΣΕ ΠΕΣΕ…».
Πέντε λεπτά αργότερα κατέβηκε.

29/10/11

«Εγώ είμαι η χώρα»

DELAROCHE, The Execution of Lady Jane Grey
Ποσώς με ενδιαφέρει αν σε ένα μήνα ή σε ένα χρόνο θα είναι η ίδια κυβέρνηση ή κάποια άλλη στο τιμόνι του τόπου. Ποσώς με ενδιαφέρει αν ο επόμενος πρωθυπουργός θα λέγεται Σαμαράς, Βενιζέλος, Αλέκος Παπαδόπουλος ή Τσίπρας (χμμ.., για δαύτον μ' ενδιαφέρει). Ποσώς με ενδιαφέρει αν θα γνωρίζει καλύτερα ελληνικά από τον σημερινό ή θα είναι τραυλός (σαν τον 5ο Γεώργιο της Αγγλίας ). Δεν είμαι απολιτίκ. Έχω άποψη και για τα πρόσωπα και για τις ιδέες που εκφράζουν, και σίγουρα κάποτε η ιστορία θα δώσει στον καθένα το μερτικό του.
Μέχρι τότε, από το να τελεσιδικήσω αναφορικά με την προσφορά και τις ικανότητες του καθενός, από το να νιώθω ρίγος κάθε φορά που ο δικός μου ταπώνει τον δικό σου, από το να αλαλάζω όταν ο αρχηγός βγαίνει σε μπαλκόνι ή παράθυρο, από το να βρίζω και να καταριέμαι τους «προδότες και τους δοσίλογους»,… έχω άλλη έννοια.
Στρώνω κώλο μπροστά σε ιστορικά κιτάπια, πίνακες, αναφορές, δηλώσεις και αντιδηλώσεις, μετρήσεις, ρήσεις, απομνημονεύματα και νεύματα (σαν εκείνο του Ανδρέα στη Μιμή- θυμάστε;). Με άλλα λόγια, όπως θα έλεγε και ο Πλάτων, διεκδικώ να αρθρώσω λόγο αφού έχω κατακτήσει γνώση γι’ αυτό το οποίο θέλω να μιλήσω.
Ταξινομώ κάποια ερωτήματα που οφείλω να προσεγγίσω, όχι βέβαια με τα εργαλεία ενός ιστορικού, ούτε βέβαια με τη σχολαστικότητα ενός ειδικού, αλλά με την εντιμότητα ενός πολίτη που επιθυμεί να γνωρίζει κάποια κομβικά σημεία της ιστορίας του. Χωρίς αγκυλώσεις, εμμονές και ιδεοληψίες μελετώ στις πηγές ή σε σοβαρά εγχειρίδια ιστορίας (κυκλοφορούν αρκετά) προσπαθώντας να βρω απαντήσεις στα ερωτήματα:
Πώς ήταν η Ελλάδα προεπαναστικά; Πώς ξεκίνησε η Επανάσταση; Γιατί ξεκίνησε; Ποιοι την ξεκίνησαν; Τι συνέβη στους δύο εμφύλιους που είχαμε; Ποιο ήταν το ύψος του πρώτου δανείου που πήραμε και πού πήγε; Γιατί ηττήθηκε στρατιωτικά η Ελλάδα; Ποιος ο ρόλος των Μαυροκορδάτου, Κωλέττη, Νέγρη και λοιπών Φαναριωτών; Πώς απελευθερώθηκε η Ελλάδα; Ποιο ρόλο έπαιξαν οι Μεγάλες Δυνάμεις; Τι επιχείρησε να κάνει ο Καποδίστριας; Γιατί τον σκότωσαν;
Σταματώ εδώ. Όχι γιατί η συνέχεια δεν έχει ενδιαφέρον, αλλά γιατί εκεί πέφτει η αυλαία της πρώτης πράξης του δράματος – ίσως του πιο σπουδαίου – που δύναται να ερμηνεύσει και τις επόμενες αλλά – κυρίως – τη σημερινή τραγωδία.  
Λέξεις που ακούμε καθημερινά όπως:  διαφθορά, συντεχνίες, κομματικό κράτος, εξάρτηση στους ξένους, διαπλοκή, αναξιοκρατία, ανομία,… και επιπλέον, όροι όπως: «κόμπλεξ μειονεξίας», «αίσθημα μεγαλείου», «στείρα προγονολατρεία», «δικτατορία των μετρίων», «ψωροκώσταινα»… κοκ, ΟΛEΣ ΚΑΙ ΟΛΑ έχουν τις ρίζες τους εκεί, στα πρώτα χρόνια της εθνικής ζύμωσης. Τότε, που από ατομικές συμπεριφορές βγαλμένες από τη μήτρα τεσσάρων αιώνων δουλείας, σφυρηλάτησαν το φρόνημα ενός ολόκληρου λαού, και στο τέλος, αυτή καθ’ αυτή τη φυσιογνωμία κυβερνητών και κυβερνωμένων.     
Τόσο οι εθνικές συμφορές, όσο και οι κατακτήσεις διαπλέκονται με τρόπο μοναδικό με τις μεγάλες ιδέες (από τη «Μεγάλη Ιδέα» ίσαμε τους Ολυμπιακούς του 2004) και την ερωτοτροπία στην εθνική κατάθλιψη. Λίγο μετά τον αρχικό ενθουσιασμό και το «ομπρός αδέλφια» ακολουθούν σχεδόν πάντα η καχυποψία, η μισαλλοδοξία και η σύγκρουση με τελικό νικητή ένα ΕΓΩ τόσο ψηλό που αδυνατεί να περάσει από το κατώφλι οποιασδήποτε ιστορικής πρόκλησης. Σπάει τα μούτρα του.
Γιατί άραγε συμβαίνουν όλα αυτά; Δεν θα επιχειρήσω απάντηση. Ωστόσο υπάρχουν εκεί έξω σοβαρές ερμηνείες από σοβαρούς στοχαστές (Καστοριάδης, Ράμφος, Κονδύλης, Λιαντίνης, Παπαγιώργης κ.α.). Όλοι τους είδαν το τέρας κατάματα και επιχείρησαν να το παλέψουν. Ναι, από διαφορετικές οπτικές και με διαφορετικά όπλα ο καθένας, αλλά το είδαν και το πάλεψαν. Αντ’ αυτού, το πολιτικό προσωπικό του τελευταίου αιώνα, αν τύχει και δει τον κύκλωπα – μιλάμε για τις καλές περιπτώσεις - τού πετά σαΐτες. Οι εξαιρέσεις ελάχιστες.
Ας πούμε μερικές πικρές αλήθειες. Ας ξεκινήσουμε από κάτω, από χαμηλά, από συμπεριφορές και νοοτροπίες που τις συναντάμε κάθε μέρα γύρω μας, στους φίλους μας, στους γείτονες, στους εαυτούς μας. Ποιοι είμαστε; Τι είμαστε; Πώς κινούμαστε; στο σπίτι, στο δρόμο, στη δουλειά… στην παραλία. Ποια περηφάνια; Ποια αξιοπρέπεια; Ποιος πολιτισμός; Ποια κουλτούρα; Φρόνημα κουτοπόνηρου ραγιά βλέπω, κλασικούς χαβαλέδες με έτοιμη την παρλαπίπα στο στόμα, γραβατομένα κουτσαβάκια με καθαρό βρακί, λερωμένους πισινούς και βρώμικο χνώτο. Και αγώνα υπέρ πάντων για την τιμή της μαμάς, την παρθενιά της κόρης… και της Παναγιάς. Γιατί ακριβώς «γαμάμε και δέρνουμε» σε ένα σπίτι ψυχιατρείο χωρίς ψυχίατρο. «Είμαστε και πολύ χάι» στην αγορά, στο γραφείο, στο αυτοκίνητο, στο πεζοδρόμιο, στο γήπεδο, στην κρεβατοκάμαρα. Με χούφτες στην τσέπη πότε τα ψυχοφάρμακα και πότε τα διεγερτικά. Έτσι είναι. Γιατί χωρίς ντόπα δεν λειτουργεί ούτε το μυαλό ούτε το κορμί όταν δεν έχει απόθεμα συνείδησης. Τι είναι αυτή; Είναι πολλά, αλλά κυρίως το αποτέλεσμα από το συχνό στήσιμο μπροστά στον καθρέπτη μας.
 Λεβεντιά και φιλότιμο, ανθρωπιά και μπέσα, υπευθυνότητα και αγωγή, είναι στοιχεία ξένα στο πετσί μας. Και άσε τη σαβούρα της πολιτικής και των media να λέει. Αυτός είναι ο κανόνας! Πώς καταντήσαμε έτσι; Ή μήπως ήμασταν έτσι, και τα βιβλία της ιστορίας μας έριξαν κολόνια στον απόπατο; Τι θέλω να πω; Δώσε προσοχή στο ακόλουθο. Στην Επανάσταση, όταν συστάθηκε υποτυπώδης διοίκηση και άρχισε να πληρώνει τους μισθούς των αγωνιστών από το πρώτο δάνειο, συνέβη κάτι που οι Αρχές δεν είχαν υπολογίσει. Κάθε οπλαρχηγός δήλωνε στην διοίκηση έως και πενταπλάσιους άνδρες από αυτούς που είχε στην πραγματικότητα! Όταν υποψιάστηκε η διοίκηση ότι κάτι δεν πάει καλά, έστειλε άνθρωπο και άρχισε να μετράει τους άνδρες σε κάθε στρατόπεδο. Και όμως, αντί για πενήντα που υπολόγιζε να βρει έβρισκε πεντακόσιους. Το μυστήριο λύθηκε όταν αποφάσισαν να τους μετρήσουν όλους και ταυτόχρονα. Τότε οι οπλαρχηγοί αρνήθηκαν και ήρθε στο φως η κομπίνα: το ένα Σώμα δάνειζε άνδρες στο άλλο όποτε γινόταν η καταμέτρηση! «Τώρα ίσως η περίστασις μας αναγκάζει να κάμωμεν και τον τυφλόν και τον κωφόν. Εάν τρέξωμεν όμως εις αυτόν τον δρόμον, δέκα δάνεια να κάμωμεν πάλιν δεν επαρκούν» (απομνημονεύματα Κανέλλου Δεληγιάννη). (Φαινόμενα σαν και αυτό που περιγράφει ο απομνηματογράφος, την ίδια εποχή στη Δύση είχαν λυθεί. Προ πολλού).
Αυτό συμβαίνει από τότε. Κάνουμε τον τυφλό και τον κουφό διακόσια χρόνια τώρα. Κανένας δεν θέλει να καθαρίσει. Κανένας δεν θέλει να καθαριστεί. Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται «μαζί τα φάγαμε», αλλά άντε να αποδείξεις ότι δεν λέγεται.
Οι λαοί δεν είναι κεχαριτωμένες Μαρίες, ούτε εκλεκτοί του θεού ή κάποιου ευγενούς γονιδιώματος. Οι λαοί είναι σκυλάκια! Ή για να το ακούσεις κομψά, παιδιά νηπιαγωγείου. Εκπαιδεύονται, μαθαίνουν, παιδαγωγούνται. Και όταν συμβούν και τα τρία, και άλλα τόσα, γίνονται Κοινωνία Πολιτών. Ελεύθερων που γεννούν ελεύθερους. Που γνωρίζουν δηλαδή το δικαίωμα και την υποχρέωση απέναντι στην πατρίδα, αλλά και σε κάθε τόπο που τυγχάνει να φιλοξενούνται.
Που πήγε ο παιδαγωγός; Εμφανίστηκε κανένας; Θα αναφέρω πολύ σύντομα δύο περιπτώσεις. Τον πρώτο που ήρθε με αξιώσεις να βάλει τάξη στην αταξία, τον σκέπασε γρήγορα το χώμα της φατρίας και της ιδιοτέλειας. Ο δεύτερος ήταν ο Διαφωτισμός. Αυτός, αν και προϋπήρξε του Καποδίστρια, στάθηκε αρωγός δίνοντας ώθηση στο αίτημα για την απελευθέρωση τους Γένους. Ήταν όμως απελπιστικά μόνος (τι να σου κάνει ένας Κοραής, ένας Καΐρης και δυό-τρεις άλλοι), άρα αδύναμος μπροστά στη απειλή του σκοταδισμού και της φαυλοκρατίας. Κάπου εκεί χάθηκε το στοίχημα για παιδεία στα πρότυπα της Εσπερίας και μαζί με αυτή κηδέψαμε το Διαφωτισμό και τις ιδέες του.
Έκτοτε το ρόλο του παιδαγωγού ανέλαβαν οι παπάδες. Λέγοντας «παπάδες» δεν εννοώ μόνο αυτούς που φόρεσαν το ράσο, αλλά και όλους αυτούς που κατασκεύασαν και υπηρέτησαν ένα σχολειό γεμάτο ψέματα, εθνική αλαζονεία και ιστορική παραποίηση. Το ερώτημα μπαίνει αναγκαστικά εδώ: πως ήταν δυνατόν να γεννήσει αυτός ο τόπος ανθρώπους με φρόνημα πολίτη; Πολίτες που θα δώσουν τη σκυτάλη σε άλλους πολίτες και από εκεί σε Κράτος Δικαίου;
Οι αρχαίοι ημών προγόνοι (τσσς…) μας άφησαν μια λέξη νομίζω κλειδί: Ανάγκη. Τι είναι η Ανάγκη; Ανάγκη είναι το αναπόφευκτο, αυτό που θα κάνεις θες δεν θες, είναι το «δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Όχι γιατί το θέλει κάποιος άλλος ή στο επιβάλει με τη βία κάποιος τρίτος, αλλά γιατί εσύ ο ίδιος το επιλέγεις… αναγκαστικά προκειμένου να μην αφανιστείς. Π.χ. βρίσκεσαι στην έρημο χωρίς φαί και νερό για μέρες. Αν δεν πιείς τα ούρα σου και δεν φας καμιά σαύρα ή φίδι (αν βρεις) πέθανες. Προσοχή. Αυτά στο επίπεδο της προσωπικής επιβίωσης. Όταν μιλάμε για κοινωνίες, η ατομική επιβίωση σε συνθήκες κατάρρευσης μιας χώρας, όπου σχεδόν πάντα γίνεται σε βάρος του άλλου, δεν λέγεται Ανάγκη, λέγεται… Έλληνας της νεότερης Ελλάδας (εν συντομία: νεοέλληνας). Γίναμε brand name, και τώρα περιμένουμε το bar code για άμεση αναγνώριση. Νούμερα σκέτα.
Στις κοινωνίες που χάνονται, αν η Ανάγκη δεν συνειδητοποιηθεί ως συλλογική δράση, ως αναπόφευκτη δράση, ο αφανισμός τους είναι πέρα για πέρα βέβαιος. Στη συλλογική δράση αυτό που οφείλει να ενώσει τα υποκείμενα δεν μπορεί να είναι άλλο από μια αξία υπέρτερη του «εγώ»: το «εμείς όλοι». Με άλλα λόγια η ίδια η χώρα, και βέβαια με το βλέμμα πάντα στραμμένο στις γενιές που έρχονται. Και πώς θα τα ενώσει αν δεν τα έχει ενώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή; Θαρρώ πώς και εδώ η Ανάγκη μπορεί να κάνει το «θαύμα» της. Αφού η αυτοσυντήρηση αποτύχει να αποδώσει τα προσδοκώμενα (βραχυπρόθεσμα κάτι μπορεί να πετύχει, αλλά μέχρι εκεί. Συνέχεια έχει το χάος) θα δώσει τη θέση της στην αλληλεγγύη, στη ζύμωση νέων ιδεών, στην αναζήτηση της γνώσης, με δυό λόγια σε ένα πολιτισμικό σοκ! Αυτό το σοκ οδηγεί στη λέξη Ευθύνη. Κάπου εκεί καταργείται… αναγκαστικά το δίλλημα της παρακμής «εγώ ή η χώρα» και μπαίνουν οι βάσεις για το «εγώ είμαι η χώρα».
«Τη χώρα τη ρώτησες αν σε θέλει;» θα αναρωτηθεί εύλογα και δικαιολογημένα κάποιος. Το φαινόμενο ενός κράτους, όπως αυτό σήμερα, που αδιαφορεί για τον πολίτη εξοντώνοντάς τον καθημερινά πότε στην ουρά μιας δημόσιας υπηρεσίας, πότε στα ράντζα ενός νοσοκομείου και πότε στα ελενίτ μιας σχολικής αίθουσας, έχει τις ρίζες του στο χάος που χωρίζει τη χώρα από τους ανθρώπους της. Στο «εγώ ΔΕΝ είμαι η χώρα».    
«Μα εγώ δεν φταίω, γιατί να πληρώσω τις αμαρτίες των 300;» Ακούγεται αφοπλιστικό το επιχείρημα. Είναι;

Κατά πρώτον, 10.000.000 άγγελοι που εκλέγουν 300 διαβόλους είναι μαθηματική ανωμαλία και ισχυρισμός ευνούχου ότι τρώει τα λεφτά του στις πουτάνες. Κατά δεύτερον…

ο Καραϊσκάκης που πέθανε, έφταιγε; Ο Ρήγας πιο πίσω; Ο υπολοχαγός του αλβανικού μετώπου Αλέξανδρος Διάκος (ο πρώτος νεκρός αξιωματικός), πού έφταιγε; Και επιπλέον, δεν νομίζεις ότι είναι κομμάτι άδικο να δίνουν τη ζωή τους κάποιοι για έναν Μήτσο και μια Κατίνα που 70 και 200 χρόνια μετά, ελεύθερα (εξ αιτίας τους) αγανακτούν και φωνάζουν: «μα εγώ δεν φταίω».
Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι φταις, και αν ναι, σε ποιο βαθμό, πόσο μάλλον να το αποδείξει. Εγώ λέω άλλο: αν θες να σώσεις κάτι για να σωθείς, σώσε την πατρίδα σου. Και αν δεν προλάβεις να σωθείς… θα σώσεις τα παιδιά σου. Δεν το αξίζουν;
Αλλά, βέβαια, μέσα σε αυτό το χάος της παραφροσύνης ποιος μπορεί να δει πέρα από τη μύτη του, ποιος μπορεί να νιώσει περαστικός σε αυτόν τον τόπο, και ποιος μπορεί να πάρει στα σοβαρά ακόμα και τα παιδιά του.
Ποιος αλήθεια;     

15/10/11

Προτιμώ το κατερινάκι.

Παίδες, καθαρές κουβέντες. Επειδή κάποιοι από εσάς έχετε τη λέξη ΠΡΟΔΟΤΗΣ καραμέλα στο στόμα σας, και επειδή αυτός ο τόπος έχει πληρώσει ακριβά την άκριτη χρησιμοποίηση του χαρακτηρισμού στο παρελθόν… ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ: αρκεστείτε σε ποιο οικίες ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ (που δεν απαιτούν γνώση της ιστορίας), όπως: «δεν θα σε προδώσω ποτέ», «εγώ σε αγάπησα και συ με πρόδωσες», «σε πρόδωσα όσο με πρόδωσες», «με πρόδωσες μωρή καριόλα», κοκ.
Αυτά τα αντέχω. Ακόμα και με Στανίση.

26/9/11

Τη λέγαν Τάνια Σαβίτσεβα.

Λίγο μετά το τέλος της πολιορκίας του Λένινγκραντ που κράτησε 872 ημέρες, ο λοχίας του Κόκκινου στρατού Σάσα - Αντρέι Πιτσιπένκο βρήκε σε μια πλατεία, δίπλα από ένα παγκάκι, ένα κοριτσάκι. Αποστεωμένο, με ρουφηγμένα μάγουλα, χλωμό. Με μεγάλ...α μάτια. Το σήκωσε και το πήρε στην αγκαλιά του. Το παιδί πέθαινε από το κρύο και την πείνα: "Μην πεθάνεις τώρα. Όλα τελείωσαν, οι Γερμανοί έφυγαν. Θα γίνεις καλά". Ο Σάσα το σήκωσε και έτρεξε στο φορτηγό του. Στα ελάχιστα μέτρα μέχρι το φορτηγό, ένιωσε ένα κοφτό ξαφνικό τράνταγμα. Το μικρό κορμάκι κουνήθηκε άλλη μια φορά και μετά έμεινε άκαμπτο στην αγκαλιά του... Πέθανε....
Στο νοσοκομείο οι γιατροί του είπαν ότι η ασιτία, η εξάντληση και το κρύο το σκότωσαν. Του έδωσαν το σκούφο και το βρεγμένο παλτό του που τώρα είχε γίνει βαρύτερο από το χιόνι που έλιωσε πάνω του.
Μέσα στο παλτό οι γιατροί βρήκαν και ένα ημερολόγιο 9 σελίδων γραμμένο από τα χεράκια του μικρού κοριτσιού. Του το έδωσαν και αυτό.
Στο φορτηγό ξεδίπλωσε τις 9 προχειρογραμμένες σελίδες και διάβασε:
σελίδα 1: Η Ξένια πέθανε στις 28 Δεκεμβρίου του 1941.
σελίδα 2: Η γιαγιά πέθανε στις 25 Ιανουαρίου του 1942
σελίδα 3: Ο Λέκα πέθανε 17 Μαρτίου 1942
σελίδα 4: Ο θείος Βάσια πέθανε στις 13 Απριλίου του 1942 στις 2 μετά τα μεσάνυχτα
σελίδα 5: Ο θείος Λέσα πέθανε στις 10 του Μάη
σελίδα 6: Η μητέρα πέθανε στις 13 Μάη στις 7.30 το πρωί-1942
σελίδα 7: Οι Σάβιτσεφ πέθαναν
σελίδα 8: Όλοι πέθαναν
σελίδα 9: Μόνο εγώ έχω απομείνει. Με λένε Τάνια Σαβίτσεβα.

5/9/11

Το τέλος των κομμάτων, η αρχή τους.

Από το γαλλικό, το αγγλικό και το ρούσικο κόμμα που ιδρύθηκαν τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, μέχρι τα σημερινά ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΚΚΕ μεσολαβούν κοντά δύο αιώνες… και 120 κόμματα! (μαζί με τα προαναφερόμενα). Η «Ιστορία των Ελληνικών Κομμάτων», έργο μνημειώδες και χρήσιμο για τις μελλοντικές γενιές, μένει να γραφτεί. (Μέχρι τότε η χώρα μπορεί να μελετά τη γραμμένη κομματική ιστορία πότε στο Τηλεάστυ του Άδωνη, και πότε στο Ριζοσπάστη του Μαΐλη).
Είναι ολοφάνερο ότι αυτή η χώρα έχει ένα θέμα με τα κόμματα. Ακόμα και πολύ πριν την Επανάσταση ο ραγιάς είχε κόμματα (ταράφια): το «καρυτινό-μεσσηνιακό» του Ι. Δεληγιάννη και το «αχαϊκό» του Σωτηράκη Λόντου. 

Αυτός ο πυρετώδης οργασμός δημιουργίας κομμάτων στην Ελλάδα θα μπορούσε να σημαίνει για έναν – άσχετο με τα ελληνικά πράγματα – κάτοικο της αλλοδαπής, ένα πρωτόγνωρο και αξιέπαινο ενδιαφέρον των Ελλήνων για τα κοινά, ήτοι την πρόοδο του. Βέβαια, σαν πατήσει το πόδι του στον τόπο θα την αναζητήσει μάταια.  

Τα κόμματα σε μια δημοκρατία είναι θεσμός που δεν είναι απλά «καλό να υπάρχει», αλλά επιβάλλεται. Αυτές οι εθελοντικές οργανώσεις ανθρώπων μιας κοινωνίας που έχουν σκοπό την άσκηση πολιτικής, ή την απόκτηση του ελέγχου αυτής, συνιστούν αυτονόητη ανάγκη των κοινωνιών. Πόσα κόμματα όμως και τι είδους, δύναται να βελτιώσουν τη Δημοκρατία; Η πρώτη ερώτηση ακούγεται προκλητική αν σκεφτεί κανείς ότι η λέξη «πολυφωνία» παραπέμπει σε δημοκρατικές κοινωνίες και είναι συνώνυμη της ελευθερίας. Αρκεί όμως μια πρόχειρη μελέτη του καταλόγου των ελληνικών κομμάτων για να καταδείξει ότι άλλο «πολυφωνία» και άλλο «πύργος της βαβέλ».

Στις τελευταίες εκλογές πήραν μέρος 23 κόμματα. Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί: μα 23 προτάσεις υπάρχουν για να αλλάξει το Ελληνικό Πανεπιστήμιο; 23 προτάσεις υπάρχουν για να βελτιωθεί η Υγεία, η Δημόσια Διοίκηση, οι Συγκοινωνίες, κοκ. Και εν τέλει, 23 προτάσεις υπάρχουν για να βελτιωθούν τα οικονομικά της χώρας; Και αν δεχτούμε πώς υπάρχουν όντως 23 προτάσεις, είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που δεν μπορούν να βρουν σημεία σύγκλισης; 

Φρονώ, πως ούτε 23 προτάσεις υπάρχουν, ούτε 13, ούτε 5. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να διαπιστώσει ότι τα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα δεν είναι πάνω από 5. Μιλάω για υπαρκτά και εφαρμόσιμα μοντέλα ανάπτυξης και όχι για μεταφυσική αντίληψη της οικονομίας και ουτοπικά κατασκευάσματα που πέτυχαν μόνο στον ύπνο αυτών που τα συνέλαβαν. 

Ακόμα και αν δεχθούμε ότι καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράσει την ουτοπία του (εγώ το δέχομαι) μέσα από μια ολοκληρωμένη πρόταση, μένει να διακρίνουμε αν κάτι τέτοιο συμβαίνει στα 10, 15 ή 23 ελληνικά κόμματα. ΚΚΕ-μλ, μλ-ΚΚΕ, ΟΑΚΚΕ, ΕΕΚ, ΠΑΕΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Τι είναι όλα τούτα αν δεν είναι συνιστώσες του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ. Και τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ αν δεν είναι συνιστώσα του ΚΚΕ. Και πάμε παραπέρα, τι είναι η ΔΡΑΣΗ του Σ. Μάνου αν δεν είναι συνιστώσα της ΝΔ (γιατί όχι και του ΠΑΣΟΚ). Αφήνω έξω περιπτώσεις τύπου: Βεργής, Καπνιστικές ομάδες, Φίλοι του ανθρώπου, κ.α. Αστειότητες.   

Θέλω να πω ότι τα κόμματα στην Ελλάδα (και όχι μόνο) είναι φοβικά και εν τέλει έχουν έλλειμμα δημοκρατίας. Υπερθεματίζουν στην πολυφωνία όταν τα ίδια αδυνατούν να εντάξουν την άλλη φωνή που δεν είναι τίποτα άλλο από σπλάχνο από τα σπλάχνα τους. Το διαφορετικό φαντάζει ως διαλυτικό στοιχείο εκεί που δύναται να αποτελέσει ανανεωτικό, δύναμη αλλαγής και προοπτικής. Αν τα κόμματα κατανοούσαν (όχι απαραίτητα σε βάθος) το σκοπό ύπαρξής τους θα λειτουργούσαν… ακομμάτιστα. Θυμάμαι ότι στις εσωκομματικές εκλογές ανάδειξης προέδρου σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, χωρίς να είμαι κομματικό μέλος κανενός κόμματος, ένιωσα την ανάγκη να ψηφίσω και στις δύο εκλογικές διαδικασίες. Δεν το έκανα γιατί προαπαιτούμενο ήταν η κομματική ταυτότητα που έπρεπε ή να βγάλω ή να έχω. Θεωρώ αυτονόητη την εκλογή προέδρου από τους πολίτες και όχι τα κομματικά μέλη ή στελέχη. Η ανάδειξη των αρίστων στα κόμματα είναι, ή οφείλει να είναι, επιδίωξη κάθε υπεύθυνου πολίτη όπου και αν ανήκει, αλλά και επιδίωξη των ίδιων των κομμάτων. Μόνο στο ποδόσφαιρο και σε άλλα «ευγενή αθλήματα» γνωρίζω το νόμο «όσο χειρότεροι αντίπαλοι τόσο καλύτεροι για μας». Στην πολιτική που τα κόμματα υφίστανται και λειτουργούν για το κοινό καλό τέτοιες απόψεις είναι καταστροφικές. Γιατί επιτέλους, ας το καταλάβουμε, τα κόμματα από μόνα τους δεν έχουν καμία αξία. Όπως δεν έχει καμία αξία ο δάσκαλος σε μια άδεια αίθουσα διδασκαλίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κομματικές φιέστες και γιορτές, γενέθλια και βαφτίσια… που αγγίζουν τα όρια της γραφικότητας σε αισθητικό επίπεδο και της κενότητας σε πολιτικό, πρέπει να γίνουν κάδρο του χθες. Χορτάσαμε φανφάρα και κάρμινα μπουράνα. Την ίδια τύχη πρέπει να έχουν οι τοπικές κομματικές οργανώσεις στο βαθμό που τα μέλη της εξαντλούν την αγωνιστικότητά τους στο να δένουν τις σκαλωσιές για να μιλήσει στην εξέδρα ο αρχηγός ή ο τοπικός κομματάρχης. Και αν από κάπου πρέπει να γίνει η αρχή, ας γίνει από τις κομματικές νεολαίες στα πανεπιστήμια. Πραγματικό άγος.        

Όλα αυτά όμως για να συμβούν απαιτούν πολιτικό προσωπικό που έχει στραμμένα τα μάτια του στον τόπο και τα προβλήματά του. Που θεωρεί ότι το κόμμα υπάρχει για να υπηρετεί τη χώρα και όχι το αντίθετο. Με άλλα λόγια μιλάω για ένα κόμμα που επανιδρύεται με άξονα μόνο και μόνο τον ορισμό του στα λεξικά. Αρκεί για αρχή.   

Η εποχή του αυτοσκοπού των κομμάτων που γέννησε τα τέρατα που ορθώνονται σήμερα μπροστά μας, ή θα λάβει τέλος ή θα συνεχίσει να γεννάει και άλλα τέρατα μέχρι που στο τέλος άνθρωπος και τέρας δεν θα διαφέρει σε έναν γεωγραφικό χώρο που κάποτε λεγόταν Ελλάδα. Η νέα εποχή απαιτεί κόμματα αρχών, ανοιχτά, δημοκρατικά, ισχυρά. Και κυρίως: ανθρώπους με πάθος, όραμα, ήθος και αγάπη για τον τόπο.

Τα ελληνικά κόμματα οφείλουν πλέον να δυναμώσουν ως εκεί που δεν πάει άλλο. Για να μπορέσουν να σηκώσουν το τεράστιο βάρος της αυτοαναίρεσής τους. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αυγή ενός νέου πολιτικού λόγου που θα συμπεριφέρεται περίπου ως Επιστήμη. Δεν φοβάται, δηλαδή, να γκρεμίσει και να χτίσει πάνω στα χαλάσματά του. Το τέλος του υπαρκτικού εγωισμού των κομμάτων (sic) αποτελεί το μόνο δρόμο για τη δημιουργία πολιτικών σχηματισμών (κομμάτων) που έχουν στραμμένη τη δυναμική τους στη κοινωνία αδιαφορώντας για το δικό τους μέλλον. Και όμως, έτσι στεριώνουν ασφαλές το μέλλον τους καθώς δεν στηρίζεται σε ασταθείς εσωτερικούς συσχετισμούς και στην πρόσκαιρη αλληλοκάλυψη μικροκομματικής υστεροβουλίας, αλλά στην έμπεδη δυνατότητα τροφοδοσίας του πολιτικού λόγου με ήθος και ειλικρίνεια σε ιδέες, απόψεις και προτάσεις που απευθύνονται στην κοινωνία. Και η κοινωνία, αργά ή γρήγορα, αντιδωρίζει.

26/8/11

..............

«Να πέσεις 10 φορές, να σηκωθείς 11» σου λέει και η κουτσή, στραβή, ζαβή Μαρία.
ΟΧΙ.
Να πέσεις 10, να σηκωθείς 9 και να μείνεις κάμποσο εκεί μπας και καταλάβεις γιατί πέφτεις συνέχεια.

1/7/11

Μια φορά κι έναν καιρό. (Aφιέρωμα)

Ήταν 1994, μπορεί και ’95. Εργαζόμουν τότε σε μια οικονομική εφημερίδα και είχα δική μου στήλη με νέα από το χώρο της επικοινωνίας (ΜΜΕ και διαφήμιση).
Εκείνο τον καιρό δημιουργήθηκε μια εταιρία στο χώρο της διαφήμισης που τάραξε τα νερά. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες είχε πάρει ένα μερίδιο στην αγορά δυσανάλογο και με την ιστορία της (ανύπαρκτη) και με το μέγεθός της (μαγαζάκι) και με την εμπειρία των στελεχών της και κυρίως του ιδιοκτήτη της (άσχετος από διαφήμιση).
Η εξάπλωση της εταιρίας ενόχλησε τις άλλες διαφημιστικές που έβλεπαν να χάνουν τους διαγωνισμούς κρατικών (μόνο) λογαριασμών τον έναν μετά τον άλλον. «Μα τι σόι μέλι έχει αυτή η εταιρία που κολλάει πάνω της το κράτος;» αναρωτιόντουσαν όλοι εκείνη την εποχή. Και ο άπειρος – τότε- υπογράφων με τη σειρά του.
Ήταν φανερό ότι τύπος που είχε την εταιρία λάδωνε κόσμο. Ναι, άλλο είναι όμως να το λες και άλλο να μπορείς να το αποδείξεις. Τον πήρα τηλέφωνο και έκλεισα ραντεβού μαζί του. Έτσι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Ήθελα να τον δω και να του θέσω το αφελές (δημοσιογραφικά) ερώτημα: «πώς ρε φίλε εσύ που ήρθες από το πουθενά χτυπάς με επιτυχία τους κρατικούς διαφημιζόμενους;»
Στο ραντεβού ήρθε μαζί μου και ένας συνάδελφος από ένα κλαδικό περιοδικό επικοινωνίας. Όταν άνοιξε η πόρτα του γραφείου του ιδιοκτήτη και αντίκρισα το χώρο έπαθα ένα μικρό σοκ. Εκτός του ότι ήταν τεράστιος (δεν έχω ξαναδεί από τότε μεγαλύτερο γραφείο προέδρου εταιρίας) ήταν διακοσμημένος όλος ο τοίχος με έργα πασίγνωστων ζωγράφων. Αργότερα έμαθα ότι ήταν αντίγραφα.
Ξεκίνησα μαλακά: «πολύ εντυπωσιακή η είσοδός σας στη διαφήμιση μέσα σε τόσο λίγο καιρό» ή «ξέρετε έχετε ενοχλήσει τον ανταγωνισμό…» και τα σχετικά. Και οι απαντήσεις αναμενόμενες: «είμαστε φθηνοί», «κάνουμε καλή δουλειά» κοκ. Βαρεμάρα.
Ήρθε η ώρα να τον στριμώξω, σκέφθηκα. Δεν θυμάμαι τις ακριβείς ερωτήσεις (μαζί με σχόλια) μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι όμως πολύ καλά (όπως θυμάται και ο συνάδελφος που καθόταν δίπλα μου) πώς κορυφώθηκε η αντίδραση του σε μια στιγμή που πρέπει να είχε έρθει σε δύσκολη θέση.
Ήταν η πρώτη και μάλλον η τελευταία φορά που άκουσα τέτοιο υβρεολόγιο και απειλές από ένα στόμα που έτρεμε από θυμό. Ήταν ένα παραλήρημα επιθετικότητας και βίαιων λεκτικών εκφράσεων με αποκορύφωμα «πρόσεχε γιατί θα σε βρουν σε κανένα χαντάκι» (δεν ξεχνιέται αυτό).
Σηκώθηκα και έφυγα αμέσως. Ο συνάδελφος παρέμεινε.
Πέρασαν οι μέρες και κάποια στιγμή δέχθηκα ένα τηλέφωνο από κάποιον κύριο που δήλωσε γνώστης του συμβάντος και πρόθυμος να μου δώσει τις αποδείξεις που λέγαμε πιο πάνω.
«Παρακολουθώ τη στήλη σου και μου αρέσει που δεν μασάς» ήταν τα πρώτα λόγια του και ανοίγει ένα φάκελο. «Πάρτα, είναι όλα δικά σου, υπό την προϋπόθεση να κάνεις αυτό που δεν μπορώ να κάνω εγώ: έρευνα». Τιμολόγια και επιταγές. Αυτά είχε ο φάκελος. Ο τύπος αυτός, που εφεξής θα τον λέμε «πηγή», ήταν ο πλέον κατάλληλος για να έχει αυτό το υλικό.
Συνοπτικά: οι επιταγές (αντίγραφα) προέρχονταν από την εν λόγω εταιρία με αποδέκτη την τσέπη πολιτικού προσώπου (υπουργού τότε – ας τον λέμε «Μάκη»). Έτσι υποστήριζε η πηγή. Με μια διαφορά. Ενώ ήταν ολοφάνερο από πού προέρχονταν οι επιταγές, δεν υπήρχε ατράνταχτη απόδειξη ότι παραλήπτης των επιταγών ήταν ο Μάκης. Η πηγή ήταν σίγουρη και όπως αποδείχθηκε πλήρως ενημερωμένη, ότι ο Μάκης έπαιρνε τα λεφτά για να δίνει δουλειές στον πρόεδρο της εταιρίας. Εγώ όμως δεν ήμουν, όσο και αν η πηγή μού ενέπνεε εμπιστοσύνη. Έλειπε η απόδειξη που έπρεπε να την βρω εγώ. Και πώς να την βρω όταν από τις επιταγές απουσιάζει το όνομα; Να πάρω τηλέφωνο τον Μάκη και να τον ρωτήσω αν είναι δικές του;
Ένας τρόπος υπήρχε. Να βρω ένα αξιόπιστο στοιχείο που να φωτίζει έστω και λίγο τη μίζα και να μπορώ να το δημοσιοποιήσω, έστω και χωρίς το όνομα του υπουργού Μάκη. Με άλλα λόγια να βρω το όπλο και ας λείπουν οι σφαίρες ή το κάτοχος. Και το βρήκα.
Ήταν μια εταιρία που όλα τα στοιχεία έδειχναν ότι λειτουργούσε ως ενδιάμεσος μεταξύ του τσαμπουκά προέδρου (αυτόν ας τον λέμε «Αντώνη») και του στόχου. Η εταιρία ενώ φαινόταν ότι υπήρχε στα χαρτιά, ουσιαστικά ήταν ανύπαρκτη. Ενώ δηλαδή μπορούσες να την βρεις σε κάποιους επιχειρηματικούς οδηγούς, δεν σήκωνε κανένας το τηλέφωνο και κυρίως δεν εργαζόταν ψυχή μέσα.
Στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας, πάνω στην κορυφή, ξεκάρφωτα, έγραψα τότε την εξής φράση (ή κάπως έτσι): «είναι δυνατόν υπουργός της κυβέρνησης να τα παίρνει από διαφημιστική εταιρία; Είναι logicon;». Η τελευταία λέξη ήταν το όνομα της εταιρίας μαϊμού. Είχα ρίξει το δόλωμα και περίμενα αφελώς (πάλι) να τσιμπήσει ο Μάκης. Μάταια. Αντί για αυτόν τσίμπησαν άλλοι.
Ο πρώτος ήταν ο Αντώνης. Με πήρε τηλέφωνο και ήταν μέσα στα μέλια «Δημήτρη μου…» με συγκεκριμένη πρόταση «έλα εδώ τώρα να σου δώσω…». Μου πρόσφερε κάποια εκατομμύρια τότε, αλλά δεν έχει νόημα να συνεχίσω γιατί δεν έχω αποδείξεις. Του έκλεισα το τηλέφωνο. Ο Αντώνης συνέχισε. Επικοινώνησε με πολύ δικό μου άνθρωπο και του είπε «να προσέχει ο Δημήτρης γιατί οι βέσπες καμιά φορά γλιστρούν και πέφτουν» (οδηγούσα ένα 50άρι βεσπάκι).
Ο δεύτερος ήταν ο εκδότης της εφημερίδας. Δύο μέρες αργότερα με απέλυσε.
Κάπου εκεί έλαβε σχεδόν τέλος η έρευνά μου.
 Όμως αυτό το γνώριζα μόνο εγώ. Κανείς άλλος. Έτσι, μια μέρα κτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας πολύ γνωστός επιχειρηματίας της διαφήμισης τον οποίο εκτιμούσα (και εκτιμώ) βαθιά. Έντιμος άνθρωπος, ειλικρινής και λιγόλογος. Ήταν σαφές αυτό που μου ζήτησε: «Γνωρίζω, όπως ξέρετε, τι ερευνάτε τους τελευταίους μήνες (το είχαμε συζητήσει αρκετές φορές) και θέλω να σταματήσετε. Δεν είναι ούτε διαταγή, ούτε βέβαια απειλή. Είναι προσωπική παράκληση». Ζήτησα να τον συναντήσω. Δέχθηκε πρόθυμα. Στη συνάντηση μου μίλησε ανοιχτά λέγοντάς μου ότι η παράκλησή του να σταματήσω την έρευνα δεν είχε να κάνει με άμεσο δικό του συμφέρον, αλλά για εξυπηρέτηση τρίτου προσώπου το οποίο απευθύνθηκε στον ίδιο (ναι, αυτό ίσως να λέγεται και έμμεσο συμφέρον).
«Θέλω να μάθω το όνομα του ανθρώπου αυτού», του είπα κοφτά. Δεν είχα να κερδίσω κάτι απτό, άλλωστε, ξαναλέω, είχα δώσει τέλος σε αυτή την υπόθεση. Ήθελα όμως πολύ να μάθω. Και έμαθα. Οι λεπτομέρειες για το πώς δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει ότι το όνομα που άκουσα ήταν αυτό που ήθελα να ακούσω. Επρόκειτο για το δεξί χέρι του υπουργού.
Υ.γ.: όλα τα άτομα που εμπλέκονται στην υπόθεση ζουν. Και όλα θα μπορούσαν να μιλήσουν. Όλα εκτός από μένα. Εκτός και αν εκλάβει κάποιος τα παραπάνω ως μαρτυρία – καταγγελία. Δεν το συνιστώ. Μου αρκεί η λέξη «αφιέρωμα» (λόγω της ημέρας).
1/7/2011 

12/6/11

Μόνο αυτά δεν χρωστάνε.

Όποιο φόρουμ «πολιτικών» συζητήσεων και αν διαβάσεις, όποιο τηλεοπτικό «διάλογο» και αν παρακολουθήσεις, πάντα κάποιος περιμένει στη γωνία να καταγγείλει τους «προδότες πολιτικούς που ξεπουλάνε την Ελλάδα», τους «εβραίους που δρουν μυστικά να την αφανίσουν», τα «ξένα συμφέροντα» που συνωμοτούν μυστικά να αγοράσουν την Ακρόπολη και τα νησιά μας, «το Γουδή που περιμένει τον πρωθυπουργό» και όλο του το σόι.
«Σκοτώστε τον» διάβασα κάπου για κάποιον πρώην υπουργό. Από κάτω με αλαλαγμούς το πλήθος υπερθεμάτιζε «να τον σφάξουμε και αυτόν και τους άλλους».
Κάποτε όλους αυτούς τους βλέπαμε στην αγορά (ιντερνετική ή μη) και σπάγαμε πλάκα. Σήμερα η φωνή τους σκεπάζει βίαια κάθε απόπειρα λογικής σκέψης και πολιτισμένου διαλόγου. Γαυγίζουν λόγο μισαλλοδοξίας και φανατισμού. Αφορισμών, εύπεπτων συνθημάτων και επικίνδυνων διαχωρισμών σε "πατριώτες" και "προδότες". Δεν εκπλήσσομαι. Κάτι είχα γράψει κάποτε: «Ήδη έχει αρχίσει (αλλά ακόμα έχει δρόμο για να κορυφωθεί) να εξαπλώνεται το σαράκι του λαϊκισμού ακόμα και εκεί που δεν μπορούσες, μέχρι πρότινος, να φανταστείς ότι θα βρει ανταπόκριση. Όσο θα πλησιάζουμε προς τη de jure χρεωκοπία της χώρας θα διαβάσεις και θα ακούσεις απόψεις ασύλληπτου έρωτα με το πιο κρετίνικο μέρος της ανθρώπινης φύσης. Φυλάξου.» (1/3/2011)
Το ποσοστό των ηλιθίων στις ανθρώπινες κοινωνίες δεν αλλάζει δραματικά από εποχή σε εποχή. Όποιος νομίζει ότι στην εποχή του Περικλή ή του Τραϊανού στη Ρώμη οι ηλίθιοι ήταν σημαντικά λιγότεροι απ’ ότι σήμερα, σφάλει. Οι κοινωνίες που έφτασαν στην ακμή τους δεν στερούνταν ανόητων. Στερούνταν απλά τη δύναμή τους καθώς περίσσευε η δύναμη του ορθού λόγου και της ευθύνης. Ο ανόητος ήταν περιθώριο, όχι πρώτο τραπέζι πίστα και τηλεπαράθυρο.
Στις κοινωνίες αυτές η φράση «αναλαμβάνω την ευθύνη» δεν ήταν κενή περιεχομένου όπως σήμερα. Για τον πολίτη ήταν καμπανάκι για διαρκή έλεγχο της σχέσης του με την πόλη. Των δικαιωμάτων και, κυρίως, των υποχρεώσεών του. Και στο τέλος, απαξίωσή του, ηθική και κοινωνική. Για τον κυβερνήτη ήταν τιμωρία και αυτοτιμωρία. Εξορία, περιθωριοποίηση, εξοστρακισμός.
Στις κοινωνίες που άφησαν πίσω τους τέχνη και πολιτισμό δεν τέθηκε ποτέ ως δίλλημα το «εγώ ή η πόλη;». Και επιπλέον, η ανυπαρξία αυτού του διλλήματος, όσο και όπου άντεξε, υπήρξε η κινητήριος δύναμη για τη συνέχεια τους μέσα στο χρόνο. Η εμφάνιση του διλλήματος αυτού στάθηκε, σε γενικές γραμμές, και η κύρια αιτία της παρακμής και του αφανισμού τους.
Στην Ελλάδα της χρεοκοπίας κυβερνήτες είναι η ανευθυνότητα και ο λαϊκισμός. Το σπίτι του γείτονα που καίγεται αποτελεί αδιάφορο γεγονός στο βαθμό που δεν απειλεί το δικό μας. Αν φτάσει να το απειλήσει, ο γείτονας βαπτίζεται εχθρός, εκεί που θα έπρεπε να λειτουργήσει ως αλληλέγγυος. Και τότε ξεκινάει το «όλοι εναντίον όλων» όπως θα έλεγε ο Χομπς. Για το κακό που με βρήκε φταίνε οι άλλοι. Εν τω μεταξύ το σπίτι συνεχίζει να καίγεται αδιαφορώντας γι’ αυτό ακόμα και ο ιδιοκτήτης του. Το θυμικό του έχει πιο σοβαρή δουλειά να κάνει…
Σε λίγο θα μπουν οι τίτλοι τέλους στην ελληνική τραγωδία που – δυστυχώς - έπαιξαν κωμικές φιγούρες. Δηλαδή ούτε μια τραγωδία της προκοπής δεν καταφέραμε για το τέλος. Μια τραγωδία που θα είχε ηθικό, παιδαγωγικό και ψυχολογικό αποτέλεσμα. Αντ' αυτού, οι θεατές μπήκαν στη σκηνή και έγιναν ένα με τους ατάλαντους ερμηνευτές σε ένα πανηγύρι παράνοιας και αυτοσχέδιου νοσηρού χορού. Δεν υπάρχουν πια θεατές. Τα μάρμαρα του αρχαίου θεάτρου δε σαλεύουν για να αποκαταστήσουν την τάξη. Αυτή είναι η νέα ελληνική τραγωδία! Ένα προϊόν που θα διδάσκεται στα χρόνια που έρχονται όχι σε κάποιο μάθημα φιλολογίας ή θεάτρου, αλλά στις θετικές επιστήμες. Στη φυσική και στη χημεία. Για να μαθαίνουν οι νέοι πως το αποτέλεσμα πάντα έχει αιτία. Και η αιτία πάντα έχει συστατικά. Στην ελληνική περίπτωση την αδιαφορία για την ίδια τη χώρα. Την ιδιωτεία, τη φαυλότητα, την απαιδευσιά και το σύνδρομο του καραγκιόζη.
Πέρα από τους ανθρώπους που αγαπώ και εκτιμώ, αδιαφορώ για την τύχη τού οποιουδήποτε βλάκα. Ό,τι και να γίνει, όση στάχτη και να απλωθεί στην πόλη, το φως το νερό και η πέτρα θα μείνουν εδώ. Γιατί μόνο αυτά δεν χρωστούν σε κανέναν. Μόνο να λαμβάνουν έχουν περιμένοντας υπομονετικά. Και μάταια. Αυτή είναι η δική μου Ελλάδα και αυτή θα μείνει εδώ σε πείσμα της ανευθυνότητας που βαπτίστηκε "αγανάκτηση". Τώρα που ξεκινάει η δική σας των εισαγωγικών, σταματάει η δική μου των άνευ. Δεκαετίες τώρα με αυτή πορευόμουνα. Νισάφι πια. Είστε ανίκητοι!

23/3/11

Αυτό σημαίνει ευθύνη.

Ευθύνη σημαίνει ότι σηκώνω το βάρος της δικής μου ύπαρξης για να τη σώσω και συνάμα να την απελευθερώσω από την επίθεση της φθοράς. Ευθύνη σημαίνει ότι αναγνωρίζω το κακό που προκαλεί η ύπαρξή μου στον κόσμο, στο βαθμό που μοιάζει με αυτό που ήμουν χθες, και διαφέρει με αυτό που οφείλω να είμαι αύριο. Ευθύνη σημαίνει να αλλάξω αυτό που ήμουν χθες.
Ευθύνη σημαίνει να γνωρίζω ότι τίποτα δεν θα αλλάξει γύρω μου αν δεν αλλάξω εγώ πρώτα.
Ευθύνη σημαίνει να μην αφήσω να αγγίξει πουθενά το χέρι μου αν πρώτα δεν το ‘χω καθαρίσει. Να μην αγγίξει μήτε το παιδί μου, μήτε το φίλο, μήτε τη γυναίκα που αγαπώ. Κοντολογίς, να μην επιχειρήσω ποτέ να αλλάξω τον κόσμο αν πρώτα δεν έχω κολυμπήσει μέσα στο αίμα μου. Αν πρώτα δεν έχω περπατήσει πάνω στο ερείπιά μου.
Αυτό σημαίνει ευθύνη Nίκο Καζαντζάκη.

Με σεβασμό.
Δ.Α.

4/3/11

Στον πάτο και η πόλη.

Αν είναι, προκειμένου να σωθεί η πόλη από την πανούκλα που κομίζει το καράβι (με τους «αθώους»), να βουλιάξει το καράβι, λέει ο στοχασμός του Νίτσε.


Εγώ λέω να βουλιάξει και η πόλη (με τους «αθώους») γιατί και αυτή έχει πανούκλα και δεν το ξέρει. Μπας και σωθούν αυτοί (οι αθώοι) που κατοικούν στα δέντρα.

1/3/11

Φυλάξου

Ήδη έχει αρχίσει (αλλά ακόμα έχει δρόμο για να κορυφωθεί) να εξαπλώνεται το σαράκι του λαϊκισμού ακόμα και εκεί που δεν μπορούσες, μέχρι πρότινος, να φανταστείς ότι θα βρει ανταπόκριση. Όσο θα πλησιάζουμε προς τη de jure χρεωκοπία της χώρας θα διαβάσεις και θα ακούσεις απόψεις ασύλληπτου έρωτα με το πιο κρετίνικο μέρος της ανθρώπινης φύσης. Φυλάξου

Σύμπτωμα παρακμής

Πώς θα αντιδρούσατε αν κάποιος πολιτικός σας έλεγε πως αγωνίζεται γι' αυτό:



Και αμέσως μετά, σας έλεγε πως αγωνίζεται και γι' αυτό:


Τα παραπάνω είναι θέσεις του κόμματος «Δράση» του κ. Στέφανου Μάνου, έτσι όπως υπάρχουν στην επίσημη ιστοσελίδα του. Του θιασώτη της κοινής λογικής, του αυτονόητου και του ρεαλισμού. Έτσι λέει. Λείπουν (ή είναι δυσδιάκριτα) από την πολιτική σκέψη αυτά τα εργαλεία και ως εκ τούτου ο λόγος του συγκεκριμένου κόμματος δύναται να εισφέρει θετικά ενάντια στο χάος του παραλογισμού που δυναστεύει τη χώρα μας.

Όμως.

Ποια λογική και ποιος ρεαλισμός και ποιο αυτονόητο υπαγορεύουν την αποποινικοποίηση της εμπορίας και της χρήσης όλων ανεξαιρέτως των τοξικοεξαρτητικών ουσιών όπως είναι η ηρωίνη, η κοκαΐνη κοκ;

Ποια λογική και ποιος ρεαλισμός και ποιο αυτονόητο υπαγορεύουν την απαλοιφή της ανάπτυξης εθνικής συνείδησης στα πλαίσια της εκπαίδευσης;

Ποια λογική και ποιος ρεαλισμός και ποιο αυτονόητο υπαγορεύουν την κατάργηση της δωρεάν παιδείας; (έστω και αν σήμερα είναι «δωρεάν» παιδεία)

Η κοινή λογική είναι ένα σημαντικό εργαλείο που στα χέρια ενός συνετού μπορεί να δώσει λύσεις, εκεί που φαίνεται ότι υπάρχει αδιέξοδο. Στα χέρια όμως ενός ανθρώπου με έλλειψη οράματος (για μην πω «αρετής και σωφροσύνης» και το βαρύνω το πράγμα) γίνεται μέχρι και ατομική βόμβα που δεν αφήνει τίποτα όρθιο.
Κουνήστε λίγο το κεφάλι σας εκεί στη «Δράση» να ξελαμπικάρετε γιατί με τέτοιο επαναστατισμό (sic) θα καταντήσετε o ΣΥΡΙΖΑ του φιλελευθερισμού.

17/2/11

Ο Καργάκος, η Παναγία η Φανερωμένη, ο Καβάφης, και "θεός σχωρέστον"

Ήταν Δεκέμβριος του 2009 όταν στη γειτονιά μου είδα σε κάποιες κολώνες κολημένη μια πρόσκληση που έλεγε ότι ο γνωστός συγγραφέας Σαράντος Καργάκος θα παρουσιάσει στις 16 του μηνός, το νέο βιβλίο του για τον Καβάφη «στην πλατεία της Φανερωμένης στον Χολαργό – Ιερός ναός». Μόλις έφτασε η μέρα, γύρω στις 7, ανηφόρισα για την πλατεία. Υπόθεσα ότι η παρουσίαση θα γινόταν σε ένα γνωστό βιβλιοπωλείο πάνω στην πλατεία, γι’ αυτό δεν αναφέρονταν οδός και αριθμός.
Φτάνω στο βιβλιοπωλείο, μπαίνω μέσα, ψυχή. Μόνο ο υπάλληλος.

- Συγνώμη, γνωρίζετε μήπως που γίνεται η παρουσίαση του βιβλίου του κ. Καργάκου γιατί η ανακοίνωση λέει στην πλατεία, χωρίς συγκεκριμένη διεύθυνση.

- Ναι απέναντι γίνεται, στην πλατεία.

Από μικρός έπαιρνα τα εύκολα για δύσκολα και το αντίθετο. Αυτό φαινόταν εύκολο αλλά εγώ δεν ξέρω γιατί το πήρα βουνό.

- Τι εννοείτε κύριε στην πλατεία; Στην πλατεία δεν υπάρχει άλλο βιβλιοπωλείο εκτός από το δικό σας, αλλά ούτε και κάποιος χώρος που να μπορεί να γίνει παρουσίαση βιβλίου.

- Κύριε δεν σας είπα “γύρω από την πλατεία”, σας είπα “στην πλατεία”.

Άρχισα να θυμώνω. Όχι τόσο με τον άνθρωπο, όσο με αδυναμία μου να καταλάβω τι διάολο ήταν στην πλατεία – εκτός από την εκκλησία – που μπορούσε να γίνει παρουσίαση βιβλίου για τον Καβάφη.

- Κύριε μένω χρόνια στη γειτονιά και στην πλατεία ένα πράγμα υπάρχει, ο ναός της Φανερωμένης.

- Εκεί γίνεται κύριε η παρουσίαση, στο υπόγειο του Ιερού ναού.

- Πούυυυυυυυυυυυυυυυυ; (έτσι ακριβώς μου βγήκε)

……………………


Φτάνω στην εκκλησία, κατεβαίνω τα σκαλιά και αντικρίζω τον απόλυτο σουρεαλισμό. Κάτω από την εικόνα του Χριστού ο Καργάκος διαβάζει αποσπάσματα από το βιβλίο του, χωρίς δεύτερο ομιλητή, χωρίς συντονιστή (τι να τον κάνει), πίσω του μια τηλεόραση, και καμιά 25αρία άτομα (όχι παραπάνω) εκ των όποιων δυο-τρεις κυρίες καλοντυμένες, καμιά δεκαριά 60ρηδες και όλοι οι υπόλοιποι ηλικιωμένοι, με ύφος κατανυκτικό, λες και μόλις είχαν βγει από τον εσπερινό.

Παρένθεση. Σέβομαι τα θρησκευτικά πιστεύω του καθενός, αλλά βρε αδερφέ, μαυροφορεμένη γιαγιά με μαντήλι στο κεφάλι και σταυρό στο στήθος… πάει πολύ για φαν του Καβάφη. Τέλος πάντων.

Κάθομαι και στήνω αυτί. Σε μια αποστροφή του λόγου του, ως σχόλιο σε κάποια παρατήρηση, δεν θυμάμαι ακριβώς την αφορμή. Θυμάμαι όμως ότι εκεί ακριβώς ο Σαράντος Καργάκος "τάσπασε", που λέει η γλώσσα των εφήβων. Ή αλλιώς "έδωσε ρέστα", ή "τα πήρε όλα και ‘φυγε" ή "ζωγράφισε" ή "μεγάλε ποιος είσαι;". Τέλος πάντων, όλα αυτά και άλλα τόσα:

«Ας συγχωρέσει ο Θεός τον Καβάφη για τις αμαρτίες που διέπραξε».
Σαράντος Καργάκος, 16/12/2009

10/2/11

Σιχάθηκα το Ρωμαίικον

α' απόσπασμα
«'Ετυχε τότε και ήρθαν δυο χριστιανοί από το Μισίρι και είχαν χρήματα κι' άρματα καλά ήρθαν κι' αυτείνοι να δουλέψουν την πατρίδα, να χαρούνε την προκομμένη μας λευτερίαν. Δια να τους πάρουν τ' άρματα και χρήματά τους οι αρχηγοί μας τους λένε ότ' είναι τζασίτες και τους βάνουν 'σ τους παιδεμούς ούτε ο Χριστός δεν δοκίμασε όσα δοκίμασαν αυτείνοι οι δυο.
Και σας λέγω τους παιδεμούς να φωτιστήτε κ' εσείς οι μεταγενέστεροι αυτείνη την αρετή και τότε είστ' ελεύτεροι, αν έχετε την αρετή μας, να κάνετε τα ίδια. Πρώτα τους δέσαν, το κεφάλι έσωσε τον κώλον, και ξύλο καταδίκι κι' άλλους τοιούτους παιδεμούς χερότερους κι' αλλού κοντά πήραν ένα μαντέρι και το 'βαλαν δίπλα, του μάκρου, ψηλά ως ένα μπόι, απάνου σε δυο φούρκες, κι' απάνου-εις το μαντέρι ξάπλωσαν τους ανθρώπους του μάκρου και δέσιμον καλό κρέμονταν τα χέρια τους και ποδάρια κάτου. Κ' εκεί-οπού κρέμονταν τα χέρια και ποδάρια, πήραν και μεγάλες μπόμπες, τις μεγαλύτερες οπού 'ταν εις το κάστρο, το λιγώτερον πήγαινε η κάθε μια από σαράντα οκάδες, και κρέμασαν από τέσσερες του κάθε ανθρώπου εις τα χέρια του και ποδάρια του. Ο ένας σε καμπόσο διάστημα τελείωσε κι' ο άλλος ετοιμάζεταν. 'Ημουνε εις το παζάρι γύρισα εις το κάστρο και είδα τον πεθαμένον και τον άλλον, τον μισοζώντανον. Τότε έκοψα τις μπόμπες και κατέβασα τον άνθρωπον και τον πήρα εις το κονάκι μου και ήφερα τον Κούρταλη τον γιατρό και τον περικάλεσα και τον περιποιήθηκε και σακατεύτηκε, έσπασε και με καιρόν ανάλαβε μόνον ήταν πάντα κατεβασμένος. Και τον πήρα και τον είχα μαζί μου πολλά χρόνια τιμιώτατος άνθρωπος, νέος ως εικοσιπέντε χρονών. Αυτείνη την λευτερίαν ηύρανε, οπού 'ρθανε γυρεύοντας.»


β' απόσπασμα
«Φεύγοντας από την Άρτα, η Τουρκιά, πεζούρα και καβαλαρία, μας πήρε κοντά και σκλάβωνε ανθρώπους και σκότωνε. Τότε πήγα εις την Αγιά, οπούχα τα ειδίσματά μου στείλει, κ’ εκεί ηύρα τους δυστυχείς Αρτινούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί. Και μόπεσαν όλοι εις τον λαιμό μου να τους σώσω. Ήταν όλοι οι σημαντικοί της Άρτας εκεί και γυναικόπαιδα πλήθος περίτου από πεντακόσες φαμελιές. Τους πήρα ― είχα και καμίαν τριανταριά ανθρώπους μαζί μου δικούς μου ― και τους πήγα από γάλια και τους έβγαλα σ’ ένα μέρος οπούταν νερό, εις την άκρη εις το Μακρυνόρο. Και τους συνάξαμεν ξύλα και τους περιποιηθήκαμεν.
..................................
Τράβησα ομπρός˙ κι’ ακολουθούσαν μαζί μας όσοι μπορούσαν να περπατήσουν. Κι’ έτρεχα νάβγω από το Μακρυνόρον˙ και εις την άκρη είναι κάμπος κι’ ένα γιβάρι, και να μαζώξω ξύλα με τους ανθρώπους μου να κάμωμεν φωτιές και να στείλω και σ’ ένα χωριόν οπούταν πλησίον να πάρωμεν νερό και ψωμί ν’ αγοράσω δια τους ανθρώπους. Το χωριόν το λένε Βλύχα. Αφού τραβήσαμεν ομπρός κι’ ακολουθούσα αυτά, μείναν κάμποσες φαμελιές οπίσου και μία γυναίκα από τις Βραναίισσες, δυχατέρα του Κομπότη, την πιάσαν αυτή μ’ όλους οι καλοί πατριώτες και τους γύμνωσαν. Κι’ αυτήνη η Βράναινα είχε ένα δαχτυλίδι εις το χέρι της και δεν έβγαινε, και γύρευαν να της κόψουν το δάχτυλον του χεριού της να το πάρουν. Κι’ εκεί οπού την παίδευαν, της μπήκε ένα ξύλο εις το ποδάρι της και δεν τόνοιωσε κοτζάμ παλούκι. Τους περικάλεσε πολύ να τζακίσουνε την βέργα του δαχτυλιδιού να πάρουν το δαχτυλίδι τζακισμένο και τρόμαξαν να συγκατανέψουν˙ και το τζάκισαν και γλίτωσε το χέρι της. Ήρθε εκεί οπού ημαστε κουτζαίνοντας και διηγήθηκε αυτά. Πήγαμεν οπίσου, δεν μπορέσαμεν νάβρωμεν κανέναν μέσα τον λόγκο˙ τρύπωσαν. Της έβγαλα το παλούκι από το ποδάρι της και το ζεμάτισα με ξίγγι. Όμως γίνη τούμπανο, θύμωσε. Και είχα ένα ζώον, οπούχα τα σκουτιά μου, και την έβαλα απάνου να μην μείνη εις το δρόμο. Και από τότε βλέποντας αυτήνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωμαίικον, ότ’ είμαστε ανθρωποφάγοι.»

Στρατηγού Μακρυγιάννη απομνημονεύματα

5/2/11

«Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές»

Η σειρά ντοκιμαντέρ του Σκάι «1821» είναι ό,τι πιο άρτιο έχει να επιδείξει η ελληνική τηλεόραση από αρχής γέννησής της. Εξηγούμαι: πρόκειται για ένα τηλεοπτικό προϊόν υψηλής αισθητικής, με υποδειγματική σκηνοθεσία και πολύ καλό σενάριο, γεγονός που το καθιστά προσβάσιμο σε μεγάλη μερίδα του τηλεοπτικού κοινού. Οι πληροφορίες, με τον τρόπο που προβάλλονται, γίνονται προσιτές ακόμα και σε κάποιον που δεν έχει ανοίξει ποτέ του βιβλίο ιστορίας. Αυτό και μόνο το γεγονός καθιστά τη σειρά επιτυχημένη.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε με αμιγώς τηλεοπτικούς όρους, το πρώτο ζητούμενο για έναν παραγωγό ενός ιστορικού ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης, δεν είναι να το δουν δέκα και να το χειροκροτούν οι εννιά, αλλά να το δουν χίλιοι και ας το αποδοκιμάζουν οι μισοί. «Γιατί παιδί μου βλέπεις το Λαζόπουλο αφού δεν σου αρέσει;», ρωτάω την κόρη μου. «Για να τον βρίζω την επόμενη μέρα στους φίλους μου» απαντά κοφτά. Έτσι, ή κάπως έτσι λειτουργεί ο μηχανισμός τηλεθέασης σε ένα τηλεοπτικό προϊόν. Ναι, μα το «1821» είναι ντοκιμαντέρ με αξιώσεις επιστημονικής προσέγγισης μιας ιστορικής περιόδου (της πιο σημαντικής ίσως για τη χώρα μας), δεν είναι ψυχαγωγικό προϊόν στυλ «ράδιο αρβύλα» ή «πάμε πακέτο», θα πείτε. Σωστά. Και επειδή δεν είναι τέτοιο, ο τηλεοπτικός παραγωγός επιλέγει να υποστηρίξει, ή όχι, το προϊόν του με αναγνωρισμένους επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό (βλ. «ιστορικοί σύμβουλοι» στους τίτλους τέλους).

Ερώτημα: έχει αυτή την υποστήριξη το «1821»; Αναμφίβολα την έχει. Ποιος νιώθει ικανός να αμφισβητήσει την επιστημοσύνη του κ. Θάνου Βερέμη και των άλλων, βεβαίως, ιστορικών της σειράς (τα βιογραφικά τους είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο). Εγώ πάντως δεν νιώθω. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν αφαιρεί το δικαίωμα των ενστάσεων ή ακόμα και της διαφωνίας. Είναι άλλο πράγμα να διαβάζεις το βιβλίο του Βερέμη «Ιστορία των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων 1453-2005» και να λες μπράβο για το πλήθος των στοιχείων και των πηγών που αναφέρει, και άλλο να επιχειρήσεις να οπτικοποιήσεις 347 σελίδες, να κάνεις τηλεόραση δηλαδή. Δύσκολο εγχείρημα και εδώ οφείλεις να είσαι ανοιχτός στην κριτική για τυχόν ελλείψεις ή υπερβολές.

Πολλοί νομίζουν ότι η Ιστορία είναι ένα σχολικό μάθημα που οφείλει να διαμορφώνει συνειδήσεις καλών και εθνικά περήφανων πολιτών. Άλλοι τόσοι πιστεύουν ότι η Ιστορία οφείλει να ισορροπεί ανάμεσα στα πολιτικά, ιδεολογικά ή θρησκευτικά ρεύματα μιας χώρας για να μένουν όλοι ευχαριστημένοι. Όχι.

Η Ιστορία έτσι όπως διδάσκεται στα πανεπιστήμια του κόσμου είναι μια επιστήμη, και υπό αυτή την έννοια μόνο οι ιστορικοί έχουν την ευθύνη να δουλέψουν τις πηγές και να γράψουν, να εμπλουτίσουν, ή να αναθεωρήσουν την ιστορία με κριτήριο την απόδειξη, την ερευνητική εργασία που βασίζεται στα ντοκουμέντα. Πιο απλά: ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν ήταν στην Αγία Λαύρα στις 25 του Μάρτη. Έτσι αποφαίνονται οι ιστορικοί. Αν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ήταν τελικά στην Αγία Λαύρα στις 25 του Μάρτη, αυτό θα μας το πουν και πάλι οι ιστορικοί προσκομίζοντας το αντίστοιχο ντοκουμέντο που το βεβαιώνει. Μα οι ίδιοι θα αποδοκιμάσουν τον εαυτό τους, θα πείτε; Αυτή η ερώτηση δεν υφίστανται στους κόλπους της επιστήμης. Η επιστήμη αναθεωρεί, διορθώνει, συμπληρώνει ή ακόμα και αποδομεί τις ίδιες τις ανακαλύψεις της. Χιλιάδες χρόνια τώρα αυτό συμβαίνει. Ακόμα και αν σκεφτούμε συνωμοτικά, ότι δηλαδή δυο-τρεις ιστορικοί επιστήμονες απεργάζονται μυστικά και ύπουλα τον αφελληνισμό της νεολαίας παρουσιάζοντας ψευδή ή παραποιημένα ιστορικά γεγονότα, η απάντηση σε αυτό είναι απλή. Υπάρχουν άλλοι χίλιοι, Έλληνες και ξένοι, που είναι έτοιμοι να ακυρώσουν μια τέτοια προσπάθεια. Αυτοί οι δυο-τρεις θα εξαφανιστούν εν μια νυκτί από την επιστημονική κοινότητα. Όχι γιατί οι χίλιοι ήταν ελληναράδες ή φιλέλληνες, αλλά γιατί απλά η επιστήμη δουλεύει στο εργαστήριο και όχι στη φαντασία ή στη σκοπιμότητα του καθενός.

Επανέρχομαι στα ζητούμενα ενός τηλεοπτικού ιστορικού ντοκιμαντέρ. Αν δεχθούμε την κυνική διαπίστωση ότι ένα τέτοιο προϊόν οφείλει να αποβλέπει πρωτίστως στην τηλεθέαση, και το δούμε μονοσήμαντα, με όρους τηλεοπτικούς είμαστε αφελείς. Το ίδιο αφελείς θα ήταν και οι χρηματοδότες αυτές της σειράς αν σκέπτονταν μόνο την τηλεθέαση. Αν είχαν μόνο αυτό στο μυαλό τους αδιαφορώντας για το επιστημονικό υπόβαθρο, τότε τολμώ να πω ότι η σειρά «1821» (με την ίδια τεχνική αρτιότητα) είναι βλακώδης (τηλεοπτικά). Γιατί λείπουν από αυτή αίματα και κομμένα κεφάλια, κραυγές πατριωτισμού και εθνικιστικές κορώνες. Και φυσικά, γαργαλιστικές λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή των αγωνιστών και το γνωστό μελό (αλήθεια, ποια ήταν ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Παπαφλέσσα που ξεψύχησε στην αγκαλιά του; Γιατί μας άφησε αναπάντητο αυτό το ερώτημα η ομώνυμη ταινία;) Αλήθεια ή ψέματα, τι σημασία έχει. Σημασία έχει να πιάσω τα 50αρια του Λαζόπουλου. Ας σοβαρευτούμε.

Όταν πιάνεις στο στόμα σου μια τόσο ιερή στιγμή ενός λαού και συνθέτεις με σκοπιμότητα ή έλλειψη αξιοπιστίας τα γεγονότα που τη δημιούργησαν, είσαι τελειωμένος, για να το πω λαϊκά. Και αυτό που βλέπω είναι ότι εκεί στο Σκάι δεν έχουν αυτοκτονικές τάσεις. Αντίθετα, πάνω στην επιτυχία αυτής της σειράς θα χτίσουν τις επόμενες. Τολμώντας μια πρόβλεψη-πρόταση, θα είναι ο «Ελληνικός εμφύλιος» (η ιστορική προσέγγιση του οποίου κακοποιείται δεκαετίες τώρα από το αφελές δίπολο «ο καλός χαμένος και ο κακός νικητής». Ή και το αντίθετο, αν θέλετε).

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στη φράση του Δ. Σολωμού «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές», που ελάχιστα μας έχει προβληματίσει ως έθνος. Στα 200 χρόνια ελεύθερου ελληνικού βίου πορευόμαστε στον αντίποδα της σκέψης του εθνικού ποιητή. Δεν καταφέραμε όχι μόνο να ερμηνεύσουμε σωστά (χρειάζεται ερμηνεία;) αλλά ούτε και να αναγνώσουμε αυτή τη φράση. Φόβος, ανασφάλεια, κόμπλεξ… δεν ξέρω, μας οδήγησαν να ζούμε κάτω από τη δυναστεία των μύθων. Σε ένα κόσμο φανταστικό σαν αυτόν που φτιάχνει το μυαλό υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Αντί να στήσουμε μπροστά μας το άγαλμα της αλήθειας ως εικόνα πνευματικής απελευθέρωσης, τη βάλαμε στο εδώλιο και τη δικάζουμε καθημερινά. Αν βολεύει το ψέμα το δεχόμαστε και το αναπαράγουμε χωρίς αιδώ. Αν δεν βολεύει, υψώνουμε τη σημαία της κάθαρσης και της εντιμότητας σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αυτοπροβολή. Αν αυτό δεν είναι εθνική σχιζοφρένια, τότε τι είναι;

25/1/11

Απλές απαντήσεις σε νέο-ελληνικές ερωτήσεις

Τι είναι το μνημόνιο;

Το μνημόνιο είναι το συμβόλαιο-σύμβαση-συμφωνία (πέστo όπως θέλεις) μεταξύ δανειστή (ΔΝΤ-Ευρωπαϊκή Ένωση) και δανειζόμενου (Ελληνικό κράτος).

Γιατί έχουμε μνημόνιο;

Γιατί η χώρα χρεοκόπησε.

Τι σημαίνει χρεοκόπησε;

Σημαίνει ότι περί τα μέσα Μάιου του 2010 δεν ήταν σε θέση να πληρώσει μισθούς και συντάξεις.

Και πώς τελικά μπόρεσε και πλήρωσε;

Γιατί δανειστήκαμε από το ΔΝΤ και τις χώρες της Ευρωζώνης.

Γι΄ αυτό υπήρξε και το μνημόνιο;

Ακριβώς.

Μήπως είναι κακό το μνημόνιο;

Όσο κακό είναι να πληρώνεσαι στο τέλος του μήνα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και καλό. Αναγκαίο θα το χαρακτήριζα.

Ναι αλλά με το μνημόνιο μειώθηκαν οι μισθοί και οι συντάξεις. Ήταν αναγκαίο αυτό;

Προτιμότερο από την παύση πληρωμών.

Μπορούσαμε να αποφύγουμε το μνημόνιο;

Ναι, αν δεν είχαμε αδυναμία πληρωμών μισθών και συντάξεων.

Εννοώ υπό την παρούσα κατάσταση.

Όχι.

Και όλοι αυτοί που είναι κατά του μνημονίου είναι τρελοί;

Όχι, σίγουρα όμως είναι ανεύθυνοι.

Μήπως το μνημόνιο εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τρόικας και όχι τα ελληνικά;

Αν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του δανειζόμενου τότε και ο δανειστής δεν θα πάρει τα λεφτά του πίσω.

Δηλαδή είναι σίγουρο ότι θα μας σώσει;

Όχι δεν είναι σίγουρο.

Από ποιόν εξαρτάται;

Από διάφορους παράγοντες. Πρώτα και κύρια από τη βούληση της κυβέρνησης να εφαρμόσει κατά γράμμα τους όρους του. Ακολουθούν η διεθνής οικονομική συγκυρία, η συνεννόηση των πολιτικών, η ωριμότητα των πολιτών, η στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων κοκ.

Ας μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Οι όροι του μνημονίου είναι καλοί;

Ας μιλήσουμε γενικά. Κάθε όρος που οδηγεί στη δυνατότητα αποπληρωμής ενός δανείου είναι καλός.

Ακόμα και αν χάσω τη δουλειά μου ή μειωθεί ο μισθός μου;

Σε μια χρεοκοπημένη χώρα δεν υπάρχουν δουλειές άρα ούτε μισθοί για μεγάλο χρονικό διάστημα, και αν υπάρχουν είναι πείνας.

Αυτό είναι πολύ σκληρό που λες.

Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Τότε η κυβέρνηση γιατί δεν παρουσιάζει με αυτόν τον τρόπο την πραγματικότητα;

Για να μην χάσει ψήφους.

Και τα κόμματα της αντιπολίτευσης γιατί κάνουν το ίδιο;

Για να μην χάσουν ψήφους.

Μια τελευταία ερώτηση. Τόσα χρόνια δεν ήταν καλύτερα που ζούσαμε μια χαρά έστω και με δανεικά;

Όντως ήταν καλύτερα για το λαό.

Άρα αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι δίκαιο.

Δίκαιο είναι.

Δεν σε καταλαβαίνω, τι εννοείς;

Όταν η χώρα είναι φτωχή, φτωχός οφείλει να είναι και ο πολίτης. Όταν είναι πλούσια, χρέος τότε της πολιτείας είναι να μοιράζει δίκαια τον πλούτο και να ζει ο πολίτης καλά.

Φίλε να στο πω στα ίσια; Στα παλιά μου τα παπούτσια αν η χώρα είναι φτωχή ή όχι. Εγώ θέλω να περνάω καλά.

Και εγώ στα ίσια θα στο πω. Σκέφτεσαι περισσότερο τον εαυτό σου, παρά τα παιδιά που θα γεννήσεις ή έχεις.

Βρε μπας και είσαι πασόκος;

Είμαι έλληνας.

Μπας και είσαι φασίστας εθνικιστής;

Σου είπα είμαι έλληνας, και μην με ξαναπροσβάλεις.

Και εγώ δηλαδή τι είμαι;

Μαλάκας νεοέλληνας.