17/2/11

Ο Καργάκος, η Παναγία η Φανερωμένη, ο Καβάφης, και "θεός σχωρέστον"

Ήταν Δεκέμβριος του 2009 όταν στη γειτονιά μου είδα σε κάποιες κολώνες κολημένη μια πρόσκληση που έλεγε ότι ο γνωστός συγγραφέας Σαράντος Καργάκος θα παρουσιάσει στις 16 του μηνός, το νέο βιβλίο του για τον Καβάφη «στην πλατεία της Φανερωμένης στον Χολαργό – Ιερός ναός». Μόλις έφτασε η μέρα, γύρω στις 7, ανηφόρισα για την πλατεία. Υπόθεσα ότι η παρουσίαση θα γινόταν σε ένα γνωστό βιβλιοπωλείο πάνω στην πλατεία, γι’ αυτό δεν αναφέρονταν οδός και αριθμός.
Φτάνω στο βιβλιοπωλείο, μπαίνω μέσα, ψυχή. Μόνο ο υπάλληλος.

- Συγνώμη, γνωρίζετε μήπως που γίνεται η παρουσίαση του βιβλίου του κ. Καργάκου γιατί η ανακοίνωση λέει στην πλατεία, χωρίς συγκεκριμένη διεύθυνση.

- Ναι απέναντι γίνεται, στην πλατεία.

Από μικρός έπαιρνα τα εύκολα για δύσκολα και το αντίθετο. Αυτό φαινόταν εύκολο αλλά εγώ δεν ξέρω γιατί το πήρα βουνό.

- Τι εννοείτε κύριε στην πλατεία; Στην πλατεία δεν υπάρχει άλλο βιβλιοπωλείο εκτός από το δικό σας, αλλά ούτε και κάποιος χώρος που να μπορεί να γίνει παρουσίαση βιβλίου.

- Κύριε δεν σας είπα “γύρω από την πλατεία”, σας είπα “στην πλατεία”.

Άρχισα να θυμώνω. Όχι τόσο με τον άνθρωπο, όσο με αδυναμία μου να καταλάβω τι διάολο ήταν στην πλατεία – εκτός από την εκκλησία – που μπορούσε να γίνει παρουσίαση βιβλίου για τον Καβάφη.

- Κύριε μένω χρόνια στη γειτονιά και στην πλατεία ένα πράγμα υπάρχει, ο ναός της Φανερωμένης.

- Εκεί γίνεται κύριε η παρουσίαση, στο υπόγειο του Ιερού ναού.

- Πούυυυυυυυυυυυυυυυυ; (έτσι ακριβώς μου βγήκε)

……………………


Φτάνω στην εκκλησία, κατεβαίνω τα σκαλιά και αντικρίζω τον απόλυτο σουρεαλισμό. Κάτω από την εικόνα του Χριστού ο Καργάκος διαβάζει αποσπάσματα από το βιβλίο του, χωρίς δεύτερο ομιλητή, χωρίς συντονιστή (τι να τον κάνει), πίσω του μια τηλεόραση, και καμιά 25αρία άτομα (όχι παραπάνω) εκ των όποιων δυο-τρεις κυρίες καλοντυμένες, καμιά δεκαριά 60ρηδες και όλοι οι υπόλοιποι ηλικιωμένοι, με ύφος κατανυκτικό, λες και μόλις είχαν βγει από τον εσπερινό.

Παρένθεση. Σέβομαι τα θρησκευτικά πιστεύω του καθενός, αλλά βρε αδερφέ, μαυροφορεμένη γιαγιά με μαντήλι στο κεφάλι και σταυρό στο στήθος… πάει πολύ για φαν του Καβάφη. Τέλος πάντων.

Κάθομαι και στήνω αυτί. Σε μια αποστροφή του λόγου του, ως σχόλιο σε κάποια παρατήρηση, δεν θυμάμαι ακριβώς την αφορμή. Θυμάμαι όμως ότι εκεί ακριβώς ο Σαράντος Καργάκος "τάσπασε", που λέει η γλώσσα των εφήβων. Ή αλλιώς "έδωσε ρέστα", ή "τα πήρε όλα και ‘φυγε" ή "ζωγράφισε" ή "μεγάλε ποιος είσαι;". Τέλος πάντων, όλα αυτά και άλλα τόσα:

«Ας συγχωρέσει ο Θεός τον Καβάφη για τις αμαρτίες που διέπραξε».
Σαράντος Καργάκος, 16/12/2009

10/2/11

Σιχάθηκα το Ρωμαίικον

α' απόσπασμα
«'Ετυχε τότε και ήρθαν δυο χριστιανοί από το Μισίρι και είχαν χρήματα κι' άρματα καλά ήρθαν κι' αυτείνοι να δουλέψουν την πατρίδα, να χαρούνε την προκομμένη μας λευτερίαν. Δια να τους πάρουν τ' άρματα και χρήματά τους οι αρχηγοί μας τους λένε ότ' είναι τζασίτες και τους βάνουν 'σ τους παιδεμούς ούτε ο Χριστός δεν δοκίμασε όσα δοκίμασαν αυτείνοι οι δυο.
Και σας λέγω τους παιδεμούς να φωτιστήτε κ' εσείς οι μεταγενέστεροι αυτείνη την αρετή και τότε είστ' ελεύτεροι, αν έχετε την αρετή μας, να κάνετε τα ίδια. Πρώτα τους δέσαν, το κεφάλι έσωσε τον κώλον, και ξύλο καταδίκι κι' άλλους τοιούτους παιδεμούς χερότερους κι' αλλού κοντά πήραν ένα μαντέρι και το 'βαλαν δίπλα, του μάκρου, ψηλά ως ένα μπόι, απάνου σε δυο φούρκες, κι' απάνου-εις το μαντέρι ξάπλωσαν τους ανθρώπους του μάκρου και δέσιμον καλό κρέμονταν τα χέρια τους και ποδάρια κάτου. Κ' εκεί-οπού κρέμονταν τα χέρια και ποδάρια, πήραν και μεγάλες μπόμπες, τις μεγαλύτερες οπού 'ταν εις το κάστρο, το λιγώτερον πήγαινε η κάθε μια από σαράντα οκάδες, και κρέμασαν από τέσσερες του κάθε ανθρώπου εις τα χέρια του και ποδάρια του. Ο ένας σε καμπόσο διάστημα τελείωσε κι' ο άλλος ετοιμάζεταν. 'Ημουνε εις το παζάρι γύρισα εις το κάστρο και είδα τον πεθαμένον και τον άλλον, τον μισοζώντανον. Τότε έκοψα τις μπόμπες και κατέβασα τον άνθρωπον και τον πήρα εις το κονάκι μου και ήφερα τον Κούρταλη τον γιατρό και τον περικάλεσα και τον περιποιήθηκε και σακατεύτηκε, έσπασε και με καιρόν ανάλαβε μόνον ήταν πάντα κατεβασμένος. Και τον πήρα και τον είχα μαζί μου πολλά χρόνια τιμιώτατος άνθρωπος, νέος ως εικοσιπέντε χρονών. Αυτείνη την λευτερίαν ηύρανε, οπού 'ρθανε γυρεύοντας.»


β' απόσπασμα
«Φεύγοντας από την Άρτα, η Τουρκιά, πεζούρα και καβαλαρία, μας πήρε κοντά και σκλάβωνε ανθρώπους και σκότωνε. Τότε πήγα εις την Αγιά, οπούχα τα ειδίσματά μου στείλει, κ’ εκεί ηύρα τους δυστυχείς Αρτινούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί. Και μόπεσαν όλοι εις τον λαιμό μου να τους σώσω. Ήταν όλοι οι σημαντικοί της Άρτας εκεί και γυναικόπαιδα πλήθος περίτου από πεντακόσες φαμελιές. Τους πήρα ― είχα και καμίαν τριανταριά ανθρώπους μαζί μου δικούς μου ― και τους πήγα από γάλια και τους έβγαλα σ’ ένα μέρος οπούταν νερό, εις την άκρη εις το Μακρυνόρο. Και τους συνάξαμεν ξύλα και τους περιποιηθήκαμεν.
..................................
Τράβησα ομπρός˙ κι’ ακολουθούσαν μαζί μας όσοι μπορούσαν να περπατήσουν. Κι’ έτρεχα νάβγω από το Μακρυνόρον˙ και εις την άκρη είναι κάμπος κι’ ένα γιβάρι, και να μαζώξω ξύλα με τους ανθρώπους μου να κάμωμεν φωτιές και να στείλω και σ’ ένα χωριόν οπούταν πλησίον να πάρωμεν νερό και ψωμί ν’ αγοράσω δια τους ανθρώπους. Το χωριόν το λένε Βλύχα. Αφού τραβήσαμεν ομπρός κι’ ακολουθούσα αυτά, μείναν κάμποσες φαμελιές οπίσου και μία γυναίκα από τις Βραναίισσες, δυχατέρα του Κομπότη, την πιάσαν αυτή μ’ όλους οι καλοί πατριώτες και τους γύμνωσαν. Κι’ αυτήνη η Βράναινα είχε ένα δαχτυλίδι εις το χέρι της και δεν έβγαινε, και γύρευαν να της κόψουν το δάχτυλον του χεριού της να το πάρουν. Κι’ εκεί οπού την παίδευαν, της μπήκε ένα ξύλο εις το ποδάρι της και δεν τόνοιωσε κοτζάμ παλούκι. Τους περικάλεσε πολύ να τζακίσουνε την βέργα του δαχτυλιδιού να πάρουν το δαχτυλίδι τζακισμένο και τρόμαξαν να συγκατανέψουν˙ και το τζάκισαν και γλίτωσε το χέρι της. Ήρθε εκεί οπού ημαστε κουτζαίνοντας και διηγήθηκε αυτά. Πήγαμεν οπίσου, δεν μπορέσαμεν νάβρωμεν κανέναν μέσα τον λόγκο˙ τρύπωσαν. Της έβγαλα το παλούκι από το ποδάρι της και το ζεμάτισα με ξίγγι. Όμως γίνη τούμπανο, θύμωσε. Και είχα ένα ζώον, οπούχα τα σκουτιά μου, και την έβαλα απάνου να μην μείνη εις το δρόμο. Και από τότε βλέποντας αυτήνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωμαίικον, ότ’ είμαστε ανθρωποφάγοι.»

Στρατηγού Μακρυγιάννη απομνημονεύματα

5/2/11

«Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές»

Η σειρά ντοκιμαντέρ του Σκάι «1821» είναι ό,τι πιο άρτιο έχει να επιδείξει η ελληνική τηλεόραση από αρχής γέννησής της. Εξηγούμαι: πρόκειται για ένα τηλεοπτικό προϊόν υψηλής αισθητικής, με υποδειγματική σκηνοθεσία και πολύ καλό σενάριο, γεγονός που το καθιστά προσβάσιμο σε μεγάλη μερίδα του τηλεοπτικού κοινού. Οι πληροφορίες, με τον τρόπο που προβάλλονται, γίνονται προσιτές ακόμα και σε κάποιον που δεν έχει ανοίξει ποτέ του βιβλίο ιστορίας. Αυτό και μόνο το γεγονός καθιστά τη σειρά επιτυχημένη.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε με αμιγώς τηλεοπτικούς όρους, το πρώτο ζητούμενο για έναν παραγωγό ενός ιστορικού ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης, δεν είναι να το δουν δέκα και να το χειροκροτούν οι εννιά, αλλά να το δουν χίλιοι και ας το αποδοκιμάζουν οι μισοί. «Γιατί παιδί μου βλέπεις το Λαζόπουλο αφού δεν σου αρέσει;», ρωτάω την κόρη μου. «Για να τον βρίζω την επόμενη μέρα στους φίλους μου» απαντά κοφτά. Έτσι, ή κάπως έτσι λειτουργεί ο μηχανισμός τηλεθέασης σε ένα τηλεοπτικό προϊόν. Ναι, μα το «1821» είναι ντοκιμαντέρ με αξιώσεις επιστημονικής προσέγγισης μιας ιστορικής περιόδου (της πιο σημαντικής ίσως για τη χώρα μας), δεν είναι ψυχαγωγικό προϊόν στυλ «ράδιο αρβύλα» ή «πάμε πακέτο», θα πείτε. Σωστά. Και επειδή δεν είναι τέτοιο, ο τηλεοπτικός παραγωγός επιλέγει να υποστηρίξει, ή όχι, το προϊόν του με αναγνωρισμένους επιστήμονες από την Ελλάδα και το εξωτερικό (βλ. «ιστορικοί σύμβουλοι» στους τίτλους τέλους).

Ερώτημα: έχει αυτή την υποστήριξη το «1821»; Αναμφίβολα την έχει. Ποιος νιώθει ικανός να αμφισβητήσει την επιστημοσύνη του κ. Θάνου Βερέμη και των άλλων, βεβαίως, ιστορικών της σειράς (τα βιογραφικά τους είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο). Εγώ πάντως δεν νιώθω. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν αφαιρεί το δικαίωμα των ενστάσεων ή ακόμα και της διαφωνίας. Είναι άλλο πράγμα να διαβάζεις το βιβλίο του Βερέμη «Ιστορία των Ελληνοτουρκικών Σχέσεων 1453-2005» και να λες μπράβο για το πλήθος των στοιχείων και των πηγών που αναφέρει, και άλλο να επιχειρήσεις να οπτικοποιήσεις 347 σελίδες, να κάνεις τηλεόραση δηλαδή. Δύσκολο εγχείρημα και εδώ οφείλεις να είσαι ανοιχτός στην κριτική για τυχόν ελλείψεις ή υπερβολές.

Πολλοί νομίζουν ότι η Ιστορία είναι ένα σχολικό μάθημα που οφείλει να διαμορφώνει συνειδήσεις καλών και εθνικά περήφανων πολιτών. Άλλοι τόσοι πιστεύουν ότι η Ιστορία οφείλει να ισορροπεί ανάμεσα στα πολιτικά, ιδεολογικά ή θρησκευτικά ρεύματα μιας χώρας για να μένουν όλοι ευχαριστημένοι. Όχι.

Η Ιστορία έτσι όπως διδάσκεται στα πανεπιστήμια του κόσμου είναι μια επιστήμη, και υπό αυτή την έννοια μόνο οι ιστορικοί έχουν την ευθύνη να δουλέψουν τις πηγές και να γράψουν, να εμπλουτίσουν, ή να αναθεωρήσουν την ιστορία με κριτήριο την απόδειξη, την ερευνητική εργασία που βασίζεται στα ντοκουμέντα. Πιο απλά: ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν ήταν στην Αγία Λαύρα στις 25 του Μάρτη. Έτσι αποφαίνονται οι ιστορικοί. Αν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ήταν τελικά στην Αγία Λαύρα στις 25 του Μάρτη, αυτό θα μας το πουν και πάλι οι ιστορικοί προσκομίζοντας το αντίστοιχο ντοκουμέντο που το βεβαιώνει. Μα οι ίδιοι θα αποδοκιμάσουν τον εαυτό τους, θα πείτε; Αυτή η ερώτηση δεν υφίστανται στους κόλπους της επιστήμης. Η επιστήμη αναθεωρεί, διορθώνει, συμπληρώνει ή ακόμα και αποδομεί τις ίδιες τις ανακαλύψεις της. Χιλιάδες χρόνια τώρα αυτό συμβαίνει. Ακόμα και αν σκεφτούμε συνωμοτικά, ότι δηλαδή δυο-τρεις ιστορικοί επιστήμονες απεργάζονται μυστικά και ύπουλα τον αφελληνισμό της νεολαίας παρουσιάζοντας ψευδή ή παραποιημένα ιστορικά γεγονότα, η απάντηση σε αυτό είναι απλή. Υπάρχουν άλλοι χίλιοι, Έλληνες και ξένοι, που είναι έτοιμοι να ακυρώσουν μια τέτοια προσπάθεια. Αυτοί οι δυο-τρεις θα εξαφανιστούν εν μια νυκτί από την επιστημονική κοινότητα. Όχι γιατί οι χίλιοι ήταν ελληναράδες ή φιλέλληνες, αλλά γιατί απλά η επιστήμη δουλεύει στο εργαστήριο και όχι στη φαντασία ή στη σκοπιμότητα του καθενός.

Επανέρχομαι στα ζητούμενα ενός τηλεοπτικού ιστορικού ντοκιμαντέρ. Αν δεχθούμε την κυνική διαπίστωση ότι ένα τέτοιο προϊόν οφείλει να αποβλέπει πρωτίστως στην τηλεθέαση, και το δούμε μονοσήμαντα, με όρους τηλεοπτικούς είμαστε αφελείς. Το ίδιο αφελείς θα ήταν και οι χρηματοδότες αυτές της σειράς αν σκέπτονταν μόνο την τηλεθέαση. Αν είχαν μόνο αυτό στο μυαλό τους αδιαφορώντας για το επιστημονικό υπόβαθρο, τότε τολμώ να πω ότι η σειρά «1821» (με την ίδια τεχνική αρτιότητα) είναι βλακώδης (τηλεοπτικά). Γιατί λείπουν από αυτή αίματα και κομμένα κεφάλια, κραυγές πατριωτισμού και εθνικιστικές κορώνες. Και φυσικά, γαργαλιστικές λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή των αγωνιστών και το γνωστό μελό (αλήθεια, ποια ήταν ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Παπαφλέσσα που ξεψύχησε στην αγκαλιά του; Γιατί μας άφησε αναπάντητο αυτό το ερώτημα η ομώνυμη ταινία;) Αλήθεια ή ψέματα, τι σημασία έχει. Σημασία έχει να πιάσω τα 50αρια του Λαζόπουλου. Ας σοβαρευτούμε.

Όταν πιάνεις στο στόμα σου μια τόσο ιερή στιγμή ενός λαού και συνθέτεις με σκοπιμότητα ή έλλειψη αξιοπιστίας τα γεγονότα που τη δημιούργησαν, είσαι τελειωμένος, για να το πω λαϊκά. Και αυτό που βλέπω είναι ότι εκεί στο Σκάι δεν έχουν αυτοκτονικές τάσεις. Αντίθετα, πάνω στην επιτυχία αυτής της σειράς θα χτίσουν τις επόμενες. Τολμώντας μια πρόβλεψη-πρόταση, θα είναι ο «Ελληνικός εμφύλιος» (η ιστορική προσέγγιση του οποίου κακοποιείται δεκαετίες τώρα από το αφελές δίπολο «ο καλός χαμένος και ο κακός νικητής». Ή και το αντίθετο, αν θέλετε).

Κλείνοντας, θα αναφερθώ στη φράση του Δ. Σολωμού «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές», που ελάχιστα μας έχει προβληματίσει ως έθνος. Στα 200 χρόνια ελεύθερου ελληνικού βίου πορευόμαστε στον αντίποδα της σκέψης του εθνικού ποιητή. Δεν καταφέραμε όχι μόνο να ερμηνεύσουμε σωστά (χρειάζεται ερμηνεία;) αλλά ούτε και να αναγνώσουμε αυτή τη φράση. Φόβος, ανασφάλεια, κόμπλεξ… δεν ξέρω, μας οδήγησαν να ζούμε κάτω από τη δυναστεία των μύθων. Σε ένα κόσμο φανταστικό σαν αυτόν που φτιάχνει το μυαλό υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Αντί να στήσουμε μπροστά μας το άγαλμα της αλήθειας ως εικόνα πνευματικής απελευθέρωσης, τη βάλαμε στο εδώλιο και τη δικάζουμε καθημερινά. Αν βολεύει το ψέμα το δεχόμαστε και το αναπαράγουμε χωρίς αιδώ. Αν δεν βολεύει, υψώνουμε τη σημαία της κάθαρσης και της εντιμότητας σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αυτοπροβολή. Αν αυτό δεν είναι εθνική σχιζοφρένια, τότε τι είναι;