10/2/11

Σιχάθηκα το Ρωμαίικον

α' απόσπασμα
«'Ετυχε τότε και ήρθαν δυο χριστιανοί από το Μισίρι και είχαν χρήματα κι' άρματα καλά ήρθαν κι' αυτείνοι να δουλέψουν την πατρίδα, να χαρούνε την προκομμένη μας λευτερίαν. Δια να τους πάρουν τ' άρματα και χρήματά τους οι αρχηγοί μας τους λένε ότ' είναι τζασίτες και τους βάνουν 'σ τους παιδεμούς ούτε ο Χριστός δεν δοκίμασε όσα δοκίμασαν αυτείνοι οι δυο.
Και σας λέγω τους παιδεμούς να φωτιστήτε κ' εσείς οι μεταγενέστεροι αυτείνη την αρετή και τότε είστ' ελεύτεροι, αν έχετε την αρετή μας, να κάνετε τα ίδια. Πρώτα τους δέσαν, το κεφάλι έσωσε τον κώλον, και ξύλο καταδίκι κι' άλλους τοιούτους παιδεμούς χερότερους κι' αλλού κοντά πήραν ένα μαντέρι και το 'βαλαν δίπλα, του μάκρου, ψηλά ως ένα μπόι, απάνου σε δυο φούρκες, κι' απάνου-εις το μαντέρι ξάπλωσαν τους ανθρώπους του μάκρου και δέσιμον καλό κρέμονταν τα χέρια τους και ποδάρια κάτου. Κ' εκεί-οπού κρέμονταν τα χέρια και ποδάρια, πήραν και μεγάλες μπόμπες, τις μεγαλύτερες οπού 'ταν εις το κάστρο, το λιγώτερον πήγαινε η κάθε μια από σαράντα οκάδες, και κρέμασαν από τέσσερες του κάθε ανθρώπου εις τα χέρια του και ποδάρια του. Ο ένας σε καμπόσο διάστημα τελείωσε κι' ο άλλος ετοιμάζεταν. 'Ημουνε εις το παζάρι γύρισα εις το κάστρο και είδα τον πεθαμένον και τον άλλον, τον μισοζώντανον. Τότε έκοψα τις μπόμπες και κατέβασα τον άνθρωπον και τον πήρα εις το κονάκι μου και ήφερα τον Κούρταλη τον γιατρό και τον περικάλεσα και τον περιποιήθηκε και σακατεύτηκε, έσπασε και με καιρόν ανάλαβε μόνον ήταν πάντα κατεβασμένος. Και τον πήρα και τον είχα μαζί μου πολλά χρόνια τιμιώτατος άνθρωπος, νέος ως εικοσιπέντε χρονών. Αυτείνη την λευτερίαν ηύρανε, οπού 'ρθανε γυρεύοντας.»


β' απόσπασμα
«Φεύγοντας από την Άρτα, η Τουρκιά, πεζούρα και καβαλαρία, μας πήρε κοντά και σκλάβωνε ανθρώπους και σκότωνε. Τότε πήγα εις την Αγιά, οπούχα τα ειδίσματά μου στείλει, κ’ εκεί ηύρα τους δυστυχείς Αρτινούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί. Και μόπεσαν όλοι εις τον λαιμό μου να τους σώσω. Ήταν όλοι οι σημαντικοί της Άρτας εκεί και γυναικόπαιδα πλήθος περίτου από πεντακόσες φαμελιές. Τους πήρα ― είχα και καμίαν τριανταριά ανθρώπους μαζί μου δικούς μου ― και τους πήγα από γάλια και τους έβγαλα σ’ ένα μέρος οπούταν νερό, εις την άκρη εις το Μακρυνόρο. Και τους συνάξαμεν ξύλα και τους περιποιηθήκαμεν.
..................................
Τράβησα ομπρός˙ κι’ ακολουθούσαν μαζί μας όσοι μπορούσαν να περπατήσουν. Κι’ έτρεχα νάβγω από το Μακρυνόρον˙ και εις την άκρη είναι κάμπος κι’ ένα γιβάρι, και να μαζώξω ξύλα με τους ανθρώπους μου να κάμωμεν φωτιές και να στείλω και σ’ ένα χωριόν οπούταν πλησίον να πάρωμεν νερό και ψωμί ν’ αγοράσω δια τους ανθρώπους. Το χωριόν το λένε Βλύχα. Αφού τραβήσαμεν ομπρός κι’ ακολουθούσα αυτά, μείναν κάμποσες φαμελιές οπίσου και μία γυναίκα από τις Βραναίισσες, δυχατέρα του Κομπότη, την πιάσαν αυτή μ’ όλους οι καλοί πατριώτες και τους γύμνωσαν. Κι’ αυτήνη η Βράναινα είχε ένα δαχτυλίδι εις το χέρι της και δεν έβγαινε, και γύρευαν να της κόψουν το δάχτυλον του χεριού της να το πάρουν. Κι’ εκεί οπού την παίδευαν, της μπήκε ένα ξύλο εις το ποδάρι της και δεν τόνοιωσε κοτζάμ παλούκι. Τους περικάλεσε πολύ να τζακίσουνε την βέργα του δαχτυλιδιού να πάρουν το δαχτυλίδι τζακισμένο και τρόμαξαν να συγκατανέψουν˙ και το τζάκισαν και γλίτωσε το χέρι της. Ήρθε εκεί οπού ημαστε κουτζαίνοντας και διηγήθηκε αυτά. Πήγαμεν οπίσου, δεν μπορέσαμεν νάβρωμεν κανέναν μέσα τον λόγκο˙ τρύπωσαν. Της έβγαλα το παλούκι από το ποδάρι της και το ζεμάτισα με ξίγγι. Όμως γίνη τούμπανο, θύμωσε. Και είχα ένα ζώον, οπούχα τα σκουτιά μου, και την έβαλα απάνου να μην μείνη εις το δρόμο. Και από τότε βλέποντας αυτήνη την αρετή, σιχάθηκα το Ρωμαίικον, ότ’ είμαστε ανθρωποφάγοι.»

Στρατηγού Μακρυγιάννη απομνημονεύματα

Δεν υπάρχουν σχόλια: