1/7/11

Μια φορά κι έναν καιρό. (Aφιέρωμα)

Ήταν 1994, μπορεί και ’95. Εργαζόμουν τότε σε μια οικονομική εφημερίδα και είχα δική μου στήλη με νέα από το χώρο της επικοινωνίας (ΜΜΕ και διαφήμιση).
Εκείνο τον καιρό δημιουργήθηκε μια εταιρία στο χώρο της διαφήμισης που τάραξε τα νερά. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες είχε πάρει ένα μερίδιο στην αγορά δυσανάλογο και με την ιστορία της (ανύπαρκτη) και με το μέγεθός της (μαγαζάκι) και με την εμπειρία των στελεχών της και κυρίως του ιδιοκτήτη της (άσχετος από διαφήμιση).
Η εξάπλωση της εταιρίας ενόχλησε τις άλλες διαφημιστικές που έβλεπαν να χάνουν τους διαγωνισμούς κρατικών (μόνο) λογαριασμών τον έναν μετά τον άλλον. «Μα τι σόι μέλι έχει αυτή η εταιρία που κολλάει πάνω της το κράτος;» αναρωτιόντουσαν όλοι εκείνη την εποχή. Και ο άπειρος – τότε- υπογράφων με τη σειρά του.
Ήταν φανερό ότι τύπος που είχε την εταιρία λάδωνε κόσμο. Ναι, άλλο είναι όμως να το λες και άλλο να μπορείς να το αποδείξεις. Τον πήρα τηλέφωνο και έκλεισα ραντεβού μαζί του. Έτσι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Ήθελα να τον δω και να του θέσω το αφελές (δημοσιογραφικά) ερώτημα: «πώς ρε φίλε εσύ που ήρθες από το πουθενά χτυπάς με επιτυχία τους κρατικούς διαφημιζόμενους;»
Στο ραντεβού ήρθε μαζί μου και ένας συνάδελφος από ένα κλαδικό περιοδικό επικοινωνίας. Όταν άνοιξε η πόρτα του γραφείου του ιδιοκτήτη και αντίκρισα το χώρο έπαθα ένα μικρό σοκ. Εκτός του ότι ήταν τεράστιος (δεν έχω ξαναδεί από τότε μεγαλύτερο γραφείο προέδρου εταιρίας) ήταν διακοσμημένος όλος ο τοίχος με έργα πασίγνωστων ζωγράφων. Αργότερα έμαθα ότι ήταν αντίγραφα.
Ξεκίνησα μαλακά: «πολύ εντυπωσιακή η είσοδός σας στη διαφήμιση μέσα σε τόσο λίγο καιρό» ή «ξέρετε έχετε ενοχλήσει τον ανταγωνισμό…» και τα σχετικά. Και οι απαντήσεις αναμενόμενες: «είμαστε φθηνοί», «κάνουμε καλή δουλειά» κοκ. Βαρεμάρα.
Ήρθε η ώρα να τον στριμώξω, σκέφθηκα. Δεν θυμάμαι τις ακριβείς ερωτήσεις (μαζί με σχόλια) μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι όμως πολύ καλά (όπως θυμάται και ο συνάδελφος που καθόταν δίπλα μου) πώς κορυφώθηκε η αντίδραση του σε μια στιγμή που πρέπει να είχε έρθει σε δύσκολη θέση.
Ήταν η πρώτη και μάλλον η τελευταία φορά που άκουσα τέτοιο υβρεολόγιο και απειλές από ένα στόμα που έτρεμε από θυμό. Ήταν ένα παραλήρημα επιθετικότητας και βίαιων λεκτικών εκφράσεων με αποκορύφωμα «πρόσεχε γιατί θα σε βρουν σε κανένα χαντάκι» (δεν ξεχνιέται αυτό).
Σηκώθηκα και έφυγα αμέσως. Ο συνάδελφος παρέμεινε.
Πέρασαν οι μέρες και κάποια στιγμή δέχθηκα ένα τηλέφωνο από κάποιον κύριο που δήλωσε γνώστης του συμβάντος και πρόθυμος να μου δώσει τις αποδείξεις που λέγαμε πιο πάνω.
«Παρακολουθώ τη στήλη σου και μου αρέσει που δεν μασάς» ήταν τα πρώτα λόγια του και ανοίγει ένα φάκελο. «Πάρτα, είναι όλα δικά σου, υπό την προϋπόθεση να κάνεις αυτό που δεν μπορώ να κάνω εγώ: έρευνα». Τιμολόγια και επιταγές. Αυτά είχε ο φάκελος. Ο τύπος αυτός, που εφεξής θα τον λέμε «πηγή», ήταν ο πλέον κατάλληλος για να έχει αυτό το υλικό.
Συνοπτικά: οι επιταγές (αντίγραφα) προέρχονταν από την εν λόγω εταιρία με αποδέκτη την τσέπη πολιτικού προσώπου (υπουργού τότε – ας τον λέμε «Μάκη»). Έτσι υποστήριζε η πηγή. Με μια διαφορά. Ενώ ήταν ολοφάνερο από πού προέρχονταν οι επιταγές, δεν υπήρχε ατράνταχτη απόδειξη ότι παραλήπτης των επιταγών ήταν ο Μάκης. Η πηγή ήταν σίγουρη και όπως αποδείχθηκε πλήρως ενημερωμένη, ότι ο Μάκης έπαιρνε τα λεφτά για να δίνει δουλειές στον πρόεδρο της εταιρίας. Εγώ όμως δεν ήμουν, όσο και αν η πηγή μού ενέπνεε εμπιστοσύνη. Έλειπε η απόδειξη που έπρεπε να την βρω εγώ. Και πώς να την βρω όταν από τις επιταγές απουσιάζει το όνομα; Να πάρω τηλέφωνο τον Μάκη και να τον ρωτήσω αν είναι δικές του;
Ένας τρόπος υπήρχε. Να βρω ένα αξιόπιστο στοιχείο που να φωτίζει έστω και λίγο τη μίζα και να μπορώ να το δημοσιοποιήσω, έστω και χωρίς το όνομα του υπουργού Μάκη. Με άλλα λόγια να βρω το όπλο και ας λείπουν οι σφαίρες ή το κάτοχος. Και το βρήκα.
Ήταν μια εταιρία που όλα τα στοιχεία έδειχναν ότι λειτουργούσε ως ενδιάμεσος μεταξύ του τσαμπουκά προέδρου (αυτόν ας τον λέμε «Αντώνη») και του στόχου. Η εταιρία ενώ φαινόταν ότι υπήρχε στα χαρτιά, ουσιαστικά ήταν ανύπαρκτη. Ενώ δηλαδή μπορούσες να την βρεις σε κάποιους επιχειρηματικούς οδηγούς, δεν σήκωνε κανένας το τηλέφωνο και κυρίως δεν εργαζόταν ψυχή μέσα.
Στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας, πάνω στην κορυφή, ξεκάρφωτα, έγραψα τότε την εξής φράση (ή κάπως έτσι): «είναι δυνατόν υπουργός της κυβέρνησης να τα παίρνει από διαφημιστική εταιρία; Είναι logicon;». Η τελευταία λέξη ήταν το όνομα της εταιρίας μαϊμού. Είχα ρίξει το δόλωμα και περίμενα αφελώς (πάλι) να τσιμπήσει ο Μάκης. Μάταια. Αντί για αυτόν τσίμπησαν άλλοι.
Ο πρώτος ήταν ο Αντώνης. Με πήρε τηλέφωνο και ήταν μέσα στα μέλια «Δημήτρη μου…» με συγκεκριμένη πρόταση «έλα εδώ τώρα να σου δώσω…». Μου πρόσφερε κάποια εκατομμύρια τότε, αλλά δεν έχει νόημα να συνεχίσω γιατί δεν έχω αποδείξεις. Του έκλεισα το τηλέφωνο. Ο Αντώνης συνέχισε. Επικοινώνησε με πολύ δικό μου άνθρωπο και του είπε «να προσέχει ο Δημήτρης γιατί οι βέσπες καμιά φορά γλιστρούν και πέφτουν» (οδηγούσα ένα 50άρι βεσπάκι).
Ο δεύτερος ήταν ο εκδότης της εφημερίδας. Δύο μέρες αργότερα με απέλυσε.
Κάπου εκεί έλαβε σχεδόν τέλος η έρευνά μου.
 Όμως αυτό το γνώριζα μόνο εγώ. Κανείς άλλος. Έτσι, μια μέρα κτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας πολύ γνωστός επιχειρηματίας της διαφήμισης τον οποίο εκτιμούσα (και εκτιμώ) βαθιά. Έντιμος άνθρωπος, ειλικρινής και λιγόλογος. Ήταν σαφές αυτό που μου ζήτησε: «Γνωρίζω, όπως ξέρετε, τι ερευνάτε τους τελευταίους μήνες (το είχαμε συζητήσει αρκετές φορές) και θέλω να σταματήσετε. Δεν είναι ούτε διαταγή, ούτε βέβαια απειλή. Είναι προσωπική παράκληση». Ζήτησα να τον συναντήσω. Δέχθηκε πρόθυμα. Στη συνάντηση μου μίλησε ανοιχτά λέγοντάς μου ότι η παράκλησή του να σταματήσω την έρευνα δεν είχε να κάνει με άμεσο δικό του συμφέρον, αλλά για εξυπηρέτηση τρίτου προσώπου το οποίο απευθύνθηκε στον ίδιο (ναι, αυτό ίσως να λέγεται και έμμεσο συμφέρον).
«Θέλω να μάθω το όνομα του ανθρώπου αυτού», του είπα κοφτά. Δεν είχα να κερδίσω κάτι απτό, άλλωστε, ξαναλέω, είχα δώσει τέλος σε αυτή την υπόθεση. Ήθελα όμως πολύ να μάθω. Και έμαθα. Οι λεπτομέρειες για το πώς δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει ότι το όνομα που άκουσα ήταν αυτό που ήθελα να ακούσω. Επρόκειτο για το δεξί χέρι του υπουργού.
Υ.γ.: όλα τα άτομα που εμπλέκονται στην υπόθεση ζουν. Και όλα θα μπορούσαν να μιλήσουν. Όλα εκτός από μένα. Εκτός και αν εκλάβει κάποιος τα παραπάνω ως μαρτυρία – καταγγελία. Δεν το συνιστώ. Μου αρκεί η λέξη «αφιέρωμα» (λόγω της ημέρας).
1/7/2011