4/2/12

Μια αγαπημένη.

Βρίσκεσαι έξω από την εντατική όπου νοσηλεύεται πολύ δικός σου άνθρωπος, μια αγαπημένη, με χρόνια και σοβαρά προβλήματα υγείας που την οδήγησαν να κρέμεται η ζωή της από μια κλωστή. Πιο δίπλα είναι και άλλοι συγγενείς, όλοι πρώτου βαθμού, πιο στενοί από σένα. Άλλοι μιλάνε, άλλοι γελάνε, άλλοι φωνάζουν… Κάθεσαι σε μια γωνιά αμίλητος και ελπίζεις. Την πρώτη μέρα ελπίζεις. Το ίδιο τη δεύτερη, την τρίτη, την τέταρτη… τη δεύτερη εβδομάδα, την τρίτη, την τέταρτη… τον δεύτερο μήνα, τον τρίτο, τον τέταρτο, τον πέμπτο… τέλειωσε και ο πρώτος χρόνος και μπήκαμε στο δεύτερο και ακόμα ξημεροβραδιάζεσαι έξω από την εντατική και ελπίζεις… Πιο δίπλα οι ίδιοι στενοί συγγενείς, που δεν σταμάτησαν στιγμή να μιλάνε, να γελάνε να φωνάζουν… και τώρα πια να βρίζουν τη μοίρα τους. Είσαι εξουθενωμένος ψυχικά και σωματικά, ένα ερείπιο που καταρρέει σε ένα βασανιστήριο χωρίς τέλος. Σε λίγο κλείνουν δύο χρόνια και συ ακόμα εκεί. Το ίδιο και εκείνοι που πια μιλάνε ανοιχτά για ιατρικά λάθη, αποζημιώσεις, διαθήκες, κληρονομιές. Και τσακώνονται.

Το ξέρω, είναι δικός σου άνθρωπος και τον αγαπάς. Κάποτε σου πέρασε φευγαλέα από το μυαλό το κακό – να αναπαυθεί και εκείνη, να σταματήσεις να βασανίζεσαι και συ – αλλά το έδιωξες αμέσως με τύψεις, και μόνο που το σκέφτηκες. «Να σωθεί», έλεγες, «και έχει ο θεός για μένα». 
Αλλά είσαι άνθρωπος, η υπομονή σου έχει όρια και συ τα ξεπέρασες. Κουράστηκες, αηδίασες, και πια δεν ξέρεις αν πρέπει να κλαις για την αγαπημένη σου που είναι κλινικά νεκρή ή να ντρέπεσαι για τους άλλους που δεν νοιάστηκαν ποτέ πραγματικά για κείνη.
Τώρα είναι η ώρα, μη διστάσεις. Σφίξε τα δόντια, στάσου όρθιος μπροστά στους γιατρούς και αν νιώσεις να πεις τα παρακάτω λόγια, πέστα. Φωναχτά:
ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ. ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙ ΑΛΛΟ. ΑΦΗΣΤΕ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ.
 ΜΕ ΟΣΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΜΕΙΝΕ.
Κανείς δεν θα σε κατηγορήσει.