10/1/13

«Ο φίλος μου ο ποιητής»

Φανταστείτε ότι ένας τωρινός συγγραφέας ή ποιητής, ο  Χωμενίδης ας πούμε, ή ο Ξανθούλης, ή η Δημουλά, ή ο Χριστιανόπουλος… έπραττε το ακόλουθο: έπαιρνε έναν νεκρό από το νεκροτομείο, τον κλείδωνε στο σπίτι του και όλη τη νύχτα προσπαθούσε με διάφορα κόλπα και… μαγικά να τον αναστήσει. Να τον κάνει να σταθεί στα πόδια του δηλαδή.
Τι θα λέγατε; Πώς θα τον χαρακτηρίζατε;
Τρελό; Άρρωστο; Ανήθικο;
Το σίγουρο είναι ότι σαν γινόταν μαθευτό θα βούιζε ο ντουνιάς. Θα γίνονταν πρωτοσέλιδο και πρώτο θέμα στις ειδήσεις. Άσε που θα είχε περιπέτειες και με το νόμο. Χαμός με άλλα λόγια.
Και όμως συνέβη!!!

Το ακόλουθο γράμμα είναι πραγματικό και εστάλη από τη σύζυγο ενός μεγάλου ποιητή στον ίδιο. Έλεγε: «Βουδάκι μου, ο καημένος ο γείτονάς μας ο ράφτης, πέθανε• σού τον στέλνω και σε παρακαλώ να τον αναστήσεις».
Έτσι ακριβώς έγινε. Ο ποιητής πήρε το «δέμα», το έμπασε στο δωμάτιό του και λίγο αργότερα ξεκίνησε το έργο της… ανάστασης. Τεχνικές αναπνοές, μαλάξεις και όλα τα σχετικά… «μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει».
Το περιστατικό καταγράφηκε επίσημα από το φίλο του μεγάλου ποιητή, μεγάλος ποιητής και ο ίδιος του πεζού λόγου. Ήταν εκεί στο κάτω δωμάτιο και τα άκουσε όλα, και βεβαίως είδε και το πτώμα.
Το πρωί καθώς έπαιρναν το πρωινό τους ο μεγάλος ποιητής φανέρωσε στον άλλο μεγάλο και τις λεπτομέρειες:
«Έκαμα ό,τι μπορούσα… θυμάσαι πώς ανάστησε ο προφήτης Ελισσαίος το νεκρό: ξάπλωσε ολοκορμίς απάνω του, κόλλησε το στόμα του στο στόμα του νεκρού και του φυσούσε την πνοή του και μούγκριζε. Το ίδιο έκαμα κι εγώ… όλη νύχτα… όλη νύχτα… του κάκου!»
Ο μεγάλος συγγραφέας ένιωσε τα ακόλουθα και τα κατέγραψε:
«Θαυμασμός με είχε κυριέψει. Κοίταζα το φίλο μου και τον καμάρωνα. Είχε μπει στο γελοίο, μα τό 'χε ξεπεράσει, είχε φτάσει στο τραγικό σύνορο της παραφροσύνης, και τώρα γύριζε και κάθουνταν αντίκρα μου εξαντλημένος».
Μπήκε λοιπόν στο γελοίο, το ξεπέρασε, έφτασε στην παραφροσύνη, και επέστρεψε εξαντλημένος. Θαυμασμός και καμάρι!
Μάλιστα.

 Όλα αυτά συνέβησαν στη Συκιά της Κορινθίας, κοντά στο Ξυλόκαστρο πριν πολλά χρόνια. Κανείς δεν πήρε χαμπάρι. Ακόμα και όταν δημοσιεύτηκε η ιστορία (δεκάδες χιλιάδες τη διάβασαν) κανείς δεν ειρωνεύτηκε, κανείς δεν λοιδόρησε, κανείς δεν κατήγγειλε (ούτε ακόμα οι συγγενείς του άτυχου ράφτη), κανενός δεν ίδρωσε το αυτί.

ΓΙΑΤΙ; Δεν ήταν τρελός; Άρρωστος; Ανήθικος;
Η απάντηση στο "γιατί" αποτελείται μόνο από ΔΥΟ λέξεις:
Σικελιανός (ποιητής)
Καζαντζάκης (συγγραφέας).
(«Αναφορά στο Γκρέκο» σ. 195)
______________________

http://youtu.be/-kcbMuPf_Ck