29/5/13

Μεγάλες καρδιές!

Βρέθηκα σε μια φτωχογειτονιά του Πειραιά και έκατσα σε έναν καφενέ να πιω έναν ελληνικό. Κάποια στιγμή πλησίασε ένας μελαμψός νεαρός. Έβαλε πάνω στο τραπέζι ένα χαρτί να διαβάσω, ζητώντας ταυτόχρονα χρήματα. Του έγνεψα να φύγει. Επέμενε. Δεν έδωσα σημασία. Δευτερόλεπτα μετά πήρε το χαρτί, έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε αργά. Είχε φτάσει στην έξοδο όταν συνειδητοποίησα ότι είχε πάρει το κινητό μου που είχα πάνω στο τραπέζι. Τινάχτηκα και έτρεξα προς την πόρτα. Με κατάλαβε και άρχισε να τρέχει. Μπροστά αυτός και πίσω εγώ σε απόσταση περίπου 10 μέτρων. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι έτρεχαν και δύο παλικάρια πίσω μου, γύρω στα 25. «Ωχ με κυνηγάνε από το μαγαζί γιατί έφυγα χωρίς να πληρώσω», σκέφτηκα. «Ρε παιδιά αυτός είναι ο κλέφτης όχι εγώ», τους είπα στα γρήγορα ενώ είχα αρχίσει ήδη να καταρρέω. «Σταμάτα εσύ θα τον πιάσουμε εμείς» φώναξαν και με προσπέρασαν με ορμή καθώς ήδη είχα σταματήσει και σκυφτός έπιανα τα γόνατά μου αποκαμωμένος.

Έκατσα για λίγο σε ένα πεζούλι και πήρα σιγά σιγά το δρόμο της επιστροφής. Πρέπει να είχα απομακρυνθεί κοντά στα 300 μέτρα. Λίγο πριν φτάσω στο μαγαζί επέστρεφαν και τα δύο παλικάρια απογοητευμένα: «Ήταν πολύ γρήγορος. Χάθηκε στα στενά… Κρίμα». Με το που βρέθηκα στην εξώπορτα του μαγαζιού τι να δω… Πέντε-έξι τύποι παραταγμένοι στη σειρά, στημένοι λες για φωτογραφία, με ένα πλατύ χαμόγελο. Ο μεσαίος κρατούσε το κινητό μου και το έδειχνε με καμάρι σαν σε παλιά διαφήμιση οδοντόκρεμας.
- Τι έγινε βρε παιδιά;
- Όταν βγήκες έξω κι άρχισες να τρέχεις μαζί με τους άλλους, ο κλέφτης το πέταξε αμέσως κάτω. Σας φωνάζαμε να σταματήσετε αλλά δεν ακούγατε.
(Είναι αλήθεια ότι τους άκουσα. Εκείνοι φώναζαν «του ΕΠΕΣΕ το κινητόοοο» αλλά εγώ άκουγα «του ΕΚΛΕΨΕ το κινητόοοο»)
- Πάρτε καρέκλες και ελάτε. Κερνάω μπύρες.
- Μέσα μεγάλε! Να το συνεχίσουμε με τα ούζα που πίναμε; 
- Ούζα;… Εντάξει ούζα. («Ωχ παναγία μου τι με βρήκε μεσημεριάτικα» είπα μέσα μου).

Έκατσα εκεί, κοντά μία ώρα. Είπαμε για ποδόσφαιρα (όλοι ολυμπιακοί-και μεγάλοι προπονητές), είπαμε για αμάξια (όλοι μεγάλοι μηχανικοί), είπαμε για το μνημόνιο (όλοι μεγάλοι οικονομολόγοι), είπαμε και για γυναίκες (όλοι μεγάλοι εραστές). Και από κοντά τα ούζα… 
Έφυγα κουδούνι. Ας είναι. Για τα άλλα δεν παίρνω όρκο, αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν μεγάλες καρδιές!

27/5/13

Καλότυχοι.

Όσοι καλοτύχησαν να ακούσουν κουβέντες γερόντων στις ρούγες και στα καφενεία, είχαν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι. 

Κρήτη 1964 
©Constantine Manos/Magnum Photos.

16/5/13

«Και συ τι παριστάνεις τώρα; τον καλό Σαμαρείτη;»

Κάποιος προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα από ένα ποτήρι νερό σε χίλιους διψασμένους στην έρημο. Όλοι περιμένουν υπομονετικά στη σειρά με βλέμμα ανυπομονησίας. Στο τέλος, είναι πιθανό έως βέβαιο ότι θα βρεθεί τουλάχιστον ΕΝΑΣ που ξεδίψασε να πει μεταξύ ειρωνείας και απαξίωσης: 
«Και συ τι παριστάνεις τώρα; τον καλό Σαμαρείτη;»
Ακόμα περισσότεροι θα το σκεφτούν.

Μια απορία.

Οι άνθρωποι είναι φυσιολογικό να έχουν απορίες, και όσο μεγαλώνουν να έχουν περισσότερες. Απορίες για τη γέννηση του σύμπαντος, την εξέλιξη του ανθρώπου, τη δολοφονία του Κένεντι, τη χρεοκοπία της χώρας…
Τρίχες. Άμα στρωθείς στο διάβασμα και στη σοβαρή έρευνα όλες έχουν απάντηση. 
Εκτός από ΜΙΑ: πως διάολο καταφέρνει η Παναγιωταρέα και την παίρνουν στα σοβαρά, 30 χρόνια τώρα, η μια κυβέρνηση μετά την άλλη. 30 χρόνια!
ΑΥΤΗ είναι απορία (δική μου).

(δεν προσφέρεται για επιδερμικές αναλύσεις και αφορισμούς. Είναι σοβαρό)

12/5/13

Τα μάτια της μάνας δεν χαμηλώνουν.

Η μάνα κοιτάει τα παιδιά της και καμαρώνει. 
Η αγάπη της δεν υπακούει σε κανόνες. Είναι παράλογη. 
Η μάνα λέει ψέματα, κλέβει, γίνεται φονιάς για τα παιδιά της. 
Και αν όλα είναι μάταια, δεν τ’ αξίζουν, τα μάτια της μάνας δεν χαμηλώνουν. Παραμένουν εκεί, μαζί με τα δάκρυα που κρυφά σφουγγίζει. 
Γιατί ο θεός τη μάνα δεν την ολοκλήρωσε, δεν την έκανε αυτάρκη. 
Η μάνα είναι τα παιδιά της.

9/5/13

...Τόσο που δεν αντέχεται.

Κατέρρευσε ένα κτίριο στο Μπαγκλαντές. Χάθηκαν πολλοί. Σώθηκε… αυτή η ΕΙΚΟΝΑ. Πίσω από την τραγωδία βρίσκεται μια ομορφιά που σου διαλύει το στομάχι. 
Ναι, είναι όμορφη φωτογραφία. Τόσο που δεν αντέχεται.

(photographer: Taslima Akhter)

1/5/13

"Νηστίσιμα έχετε;"

Η κυρία δίπλα μου μιλάει σε έντονο ύφος: "άμα την πετύχω πουθενά τη βρωμιάρα θα την πιάσω από το μαλλί...". "Μη μιλάς έτσι, είναι άρρωστη..." πετάγεται ένας από την παρέα. "Να ψοφήσει η καριόλα...".
Έρχεται ο σερβιτόρος: "Τι θα πάρετε;" ρωτάει.
Το πρόσωπο της κυρίας γαληνεύει, κατεβάζει τα χέρια, η φωνή γίνεται φωνούλα: "νηστίσιμα έχετε;"