29/8/13

Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν αγάπησε τόσο το θάνατο… Των άλλων!

Στην ελληνική παράδοση ο νεκρός, καθώς τον αποχαιρετούν συγγενείς φίλοι και γνωστοί, είθισται να παραμένει σε κοινή θέα. Το ανοιχτό φέρετρο (όπου το επιτρέπουν οι περιστάσεις) ξεκινάει από την ανάγκη των οικείων να κρατήσουν στη μνήμη τους τη μορφή του νεκρού, να ρουφήξουν την τελευταία εικόνα του, να τον αγγίξουν, να φιλήσουν το μέτωπό του.

Με αυτή την παράδοση μεγάλωσαν πολλές γενιές. Ειδικά στην επαρχία και στα χωριά, το τελετουργικό της «αποχώρησης» (πλύσιμο νεκρού, ντύσιμο, καλλωπισμός, μεταφορά, ενταφιασμός) ήταν συνήθως υπόθεση της κοινότητας (οικογένεια-τοπική κοινωνία). 
Η αστικοποίηση άλλαξε τα δεδομένα. Η απώλεια της «γειτονιάς», η δημιουργία πολυκατοικιών και οι «κανονισμοί» της, η εισαγωγή ξένων ηθών, η συστηματική ενασχόληση επαγγελματιών του είδους (εργολάβοι κηδειών), ο φόβος, αλλά και η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να αντέξει αυτό που άντεχαν οι παλιότεροι, μεταμόρφωσαν το «στερνό αντίο» σε διεκπεραίωση, («να τελειώνουμε γρήγορα»). Κάπως έτσι έκλεισαν τα φέρετρα, η θέα του νεκρού έγινε «αποκρουστική», τα δάκρυα και η εκτόνωση του πόνου «απαγορεύτηκαν». Ο "πολιτισμός της αυτοσυγκράτησης" δεν άντεχε εξάρσεις του θυμικού, ή εκδηλώσεις θρήνου.

Η μετάβαση από το ένα στο άλλο είχε τις συνέπειές της. Δεν υπήρχαν νεκροί πια να δούμε, ούτε νεκρικά έθιμα (πολλά απ’ αυτά φτάνουν μέχρι τον Όμηρο). Ωστόσο υπήρχε καταιγισμός θανάτων μέσα από τις "ειδήσεις". Ο θάνατος, ως αναγγελία, έγινε υπόθεση ρουτίνας. «Κάποιος, κάπου…». 
Κάθε μέρα "πρέπει" κάποιος να πεθάνει… κάπου μακριά… έξω από δω. Δηλαδή, πολύ μακριά για να μας αγγίξει. Πολύ μακριά για να ΜΗ μας αγγίξει.

Η περιέργεια όμως, στοιχείο (δημιουργικό, όταν δεν είναι νοσηρή) της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Και μαζί με την περιέργεια και η ανάγκη της μετοχής στο ιερό μυστήριο του θανάτου, που συσφίγγει τις σχέσεις των μελών μιας κοινότητας. 
Τα «συλλυπητήρια» στους οικείους του νεκρού αντικαταστάθηκαν από το RIP του διαδικτύου, η βουβή συμμετοχή στην εξόδιο ακολουθία έγιναν ανέξοδες λυπημένες φατσούλες  Ο θάνατος έγινε τηλεοπτικό σόου.

Έτσι, ή κάπως έτσι, φτάσαμε στο μάρκετινγκ του θανάτου. Στο εμπόριο της «εικόνας ντοκουμέντο». Στο «αποκλειστικό που συγκλονίζει». Στο πρωτοσέλιδο της εικόνας, (προσοχή!), ΟΧΙ του νεκρού, αλλά της προσωπικής ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ του ΖΩΝΤΑΝΟΥ… που κατέληξε άψυχο σώμα. «Έτσι βρέθηκε!», «τα ρούχα του ήταν σηκωμένα», «δείτε τα χέρια του, προσπάθησε να συρθεί», «αυτά ήταν τα χαπάκια που πήρε»…

Πωλήσεις να δουν τα μάτια σας! Χιλιάδες λαίμαργα κλικ στην εικόνα ενός προσωπικού ναυαγίου. Μιας φιγούρας, καλής ή κακής (δεν έχει σημασία) που τσακίστηκε στα βράχια, λύγισε από το βάρος της ζωής. 
Δείτε τον! Λυπηθείτε τον! Συγκινηθείτε με το δράμα του! (Αυτό σας λείπει, αυτό σας δίνουμε!)

Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν αγάπησε τόσο το θάνατο. Ποτέ άλλοτε δεν αγάπησε τόσο το θάνατο…
Των άλλων!


(Στην φωτο ο Αλέκος Παναγούλης, πιο όμορφος από ποτέ, «Τον ανεξύπνητο ύπνο κοιμάται»)

22/8/13

«Γιε μας… Για την πατρίδα τα νιάτα σου!»

Τέτοιες μέρες, πριν 3 χρόνια, μια μάνα θρηνούσε την απώλεια του παιδιού της. Στις 19 Αυγούστου 2010, ο σημαιοφόρος του Πολεμικού Ναυτικού Γιώργος Λυκάκης έπεσε στο κενό από ύψος 22 μέτρων στη δύσκολη δοκιμασία της «αράχνης», κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του, στη Μονάδα Υποβρυχίων Καταστροφών. Το διπλό δίχτυ ασφαλείας δεν λειτούργησε. Σκίστηκε (προφανώς από κακή συντήρηση), και το κορμί του αξιωματικού έπεσε με δύναμη στο έδαφος. 
Ήταν 24 ετών.

Για μια-δυο μέρες έγραψαν σχετικά οι εφημερίδες και τα blogs, και αυτό ήταν. Το θέμα ξεχάστηκε. Η υπόθεση όμως είχε συνέχεια. Ο διοικητής της Μονάδας και ο υπεύθυνος εκπαιδευτής κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Τα κομματιασμένα σκοινιά ήταν μάρτυρες βαριάς αμέλειας. 
Στο δικαστήριο όμως, υπήρχε ένας απρόσμενος μάρτυρας υπεράσπισης: Η μάνα του άτυχου αξιωματικού! 
Κανείς δεν την είδε ποτέ. Δεν βγήκε στα κανάλια, ούτε στις εφημερίδες. Η κυρία Ελένη Λυκάκη.

«Δεν ζητώ την τιμωρία κανενός. Κανένας δεν ήθελε το θάνατο του παιδιού μου. Ζητώ μόνο να μην θρηνήσει άλλη μάνα εξαιτίας ενός λάθους... Ο γιος μου τίμησε την πατρίδα, και αυτή τη στάση θα ήθελε να κρατήσω». Αυτά είπε, μεταξύ άλλων, στο δικαστήριο. Λόγια που κανένας, εκτός αίθουσας, δεν πληροφορήθηκε καθώς κανένα μέσο ενημέρωσης δεν παρουσίασε το θέμα.

Στην αγόρευσή του ο στρατιωτικός εισαγγελέας ήταν καταπέλτης. Κρατώντας στο χέρι του το κομμένο σκοινί, είπε στους κατηγορούμενους ότι με αυτό το σκοινί έπρεπε να τους κρεμάσει. Και κατέληξε: «Αυτή η γυναίκα σήμερα έδωσε σε όλους μαθήματα ήθους!». (Το δικαστήριο τελικά αθώωσε τους κατηγορούμενους).

Στον τάφο του 24χρονου παλικαριού είναι σκαλισμένες λίγες λέξεις. Κρατάω αυτές:

«Γιε μας… Για την πατρίδα τα νιάτα σου!»



(ευχαριστώ για τις πληροφορίες την εξαδέλφη του Γιώργου Λυκάκη)

18/8/13

Μπορεί και ευαίσθητος.

Αυτόν που τον βρίζουν και δεν αντιδρά, μπορεί να είναι πραγματικά αναίσθητος. 
Μπορεί όμως και να είναι πραγματικά ευαίσθητος!

Με απέραντη κατανόηση στο βούρκο της ανθρώπινης φύσης.

17/8/13

«Διαταραγμένοι» όλου του κόσμου, σας ευχαριστούμε που υπήρξατε!

Όταν αναφέρεστε σε συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες, γενικά ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, και τους χαρακτηρίζετε «διαταραγμένους» εξαιτίας της απόκλισης σε συμπεριφορά, τρόπο ζωής και τρόπο δημιουργίας από τον μέσο άνθρωπο, διαπράττετε αμαρτία. Είναι ύβρις και βλαστήμια.

Και τούτο γιατί σε αυτή τη «διαταραχή» χρωστάμε τα μεγάλα έργα τους. Χρωστάμε το γεγονός ότι ξεφύγαμε από τις δόγματα του προφήτη και του μάγου, και βλέπουμε τον κόσμο με τα τηλεσκόπια του «τρελού» επιστήμονα. Χρωστάμε μερικές αθάνατες προτασούλες που τις αναπαράγουμε εδώ και εκεί («λόγια μεγάλων ανδρών») και γαληνεύει η ψυχή μας. Χρωστάμε μερικές εκατοντάδες τίτλους βιβλίων που άλλαξαν την ιστορία του ανθρώπου. Από τον Ηράκλειτο, μέχρι τον Ντοστογιέφσκι, τον Φρόυντ, τον Κάφκα και τον δικό μας Καβάφη. «Διαταραχές» και αποκλίσεις με το τσουβάλι είχαν όλοι αυτοί. Και άλλοι τόσοι και άλλοι τόσοι…

Εσύ κι εγώ που είμαστε «κανονικοί άνθρωποι», είμαστε καταδικασμένοι. Στην καλύτερη περίπτωση να θαυμάζουμε και άλλοτε να απορούμε. Και στη χειρότερη να χλευάζουμε.
«Διαταραγμένοι» όλου του κόσμου, σας ευχαριστούμε που υπήρξατε!

15/8/13

Ήταν το ίδιο πρόσωπο;

Όταν τορπιλίστηκε η Έλλη στην Τήνο, σαν σήμερα το 1940, ο Ιταλός ναύτης προσευχόταν στη Μαντόνα να βυθιστεί το καράβι, και ο Έλληνας στην Παναγία να σωθεί. Τότε η Μαντόνα τους, νίκησε την Παναγία μας. 
Λίγους μήνες αργότερα, στα βουνά της Πίνδου, νίκησε η δική μας. 
Κανείς ποτέ δεν έμαθε αν ήταν το ίδιο "πρόσωπο" που έπαιξε τέτοιο παιχνίδι στους δύο λαούς.