26/9/13

Κάτι θα συμβεί.

Να λες στον άλλον συνεχώς ότι έχει πάρει λάθος δρόμο, δεν τον βοηθάς να βρει το σωστό.
Δείξτου τον!
Όταν λες συνεχώς στο παιδί σου ότι είναι «παλιόπαιδο», παλιόπαιδο θα γίνει. Και ας μην είναι. Και αν είναι, θα παραμείνει.

Η χώρα περνάει εφηβικά σύνδρομα: «Εσύ φταις», «όχι εσύ φταις». Όλοι κατηγορούν όλους ότι ακολουθούν λάθος δρόμο, καταγγέλλουν ότι ρίχνουν τη χώρα στο γκρεμό. Όλοι, όλους. 
Ο δημόσιος διάλογος έτσι όπως γίνεται είναι αδιέξοδος. Και τούτο γιατί γίνεται σε λάθος βάση. Η λάθος είναι "καθόμαστε στο τραπέζι να δούμε πού διαφωνούμε". Η σωστή είναι "καθόμαστε να βρούμε πού επιτέλους ΣΥΜΦΩΝΟΥΜΕ". 
Επιλέγοντας τη λάθος από την πλευρά των κομμάτων, δίνεται μια παράλογη και ανόητη εντύπωση στην κοινωνία, η οποία με τη σειρά της την αναπαράγει: ότι οι άνθρωποι δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, κοινές απόψεις, κοινές αγωνίες, κοινούς στόχους. Και αν έχουν, δεν χρειάζεται να γίνουν αφορμή για να συνεννοηθούν και να συναινέσουν. Τι επικίνδυνη πλάνη!

Στις εκλογές του Μάιου 2012 πήραν μέρος 32 κόμματα. Εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί: Μα 32 προτάσεις υπάρχουν για να αλλάξει το Ελληνικό Πανεπιστήμιο; 32 προτάσεις υπάρχουν για να βελτιωθεί η Υγεία, η Δημόσια Διοίκηση, οι Συγκοινωνίες, κοκ. Και εν τέλει, 32 προτάσεις υπάρχουν για να δει φως αυτός ο τόπος; Και αν δεχτούμε πως υπάρχουν όντως 32 προτάσεις, είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους που δεν μπορούν να βρουν σημεία σύγκλισης; 
Ακούς δυο «αριστερούς» αντιμνημονιακούς να μιλάνε, διαφορετικών πολιτικών χώρων, και στο τέλος έχεις την εντύπωση ότι τους χωρίζει χάος. Ακούς δύο «φιλελεύθερους» να συζητάνε και νομίζεις ότι το χάσμα είναι αγεφύρωτο. Επί της ουσίας, οι διαφορές τους είναι ασήμαντες, όσο ασήμαντες (εντελώς) είναι οι διαφορές στο DNA ενός ανθρώπου και ενός χιμπαντζή. Και όμως διαφέρουν τόσο πολύ, θα πεις. Και όμως είναι τόσο ίδιοι θα σου πω.

Φοβάμαι πως η κοινωνία και οι εκπρόσωποί της δεν έχουν καταλάβει ότι η χώρα βρίσκεται στο χείλος του αφανισμού. Ότι ο αγώνας για να σηκώσουμε κεφάλι δεν είναι «πολιτικός», δεν είναι νεοδημοκρατικός ούτε πασοκικός. Είναι αγώνας που αφορά την ύπαρξη μας ως κοινωνία, ως ευνομούμενη πολιτεία, ως χώρα που διεκδικεί ρόλο στην ιστορία. Είναι αγώνας πατριωτικός! Και τούτο σημαίνει Μαραθώνας και Στάλινγκραντ. Ούτε ένα βήμα πίσω. Γιατί αν χαθεί η μάχη, θα χαθούμε.

Αντ’ αυτού, η κοινωνία θυμίζει Βαβέλ. Παρότι μιλάμε όλοι την ίδια γλώσσα, καταλαβαίνουμε ό,τι θέλουμε από τον άλλο, ή δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. «Σώστε με» φωνάζει η χώρα, «χώστε με», ακούμε εμείς. Και συμφωνούμε στο «πιο βαθιά» - διαφωνούμε στο πόσο. Το σπίτι μας πήρε φωτιά κι εμείς απλώνουμε ρούχα.

Τι συμβαίνει; Δεν ξέρω τι συμβαίνει. «Αγεφύρωτα χάσματα» βλέπω, πριν προσπαθήσουμε να φτιάξουμε γεφύρια. Υψωμένους πασσάλους και αγκαθωτά σύρματα βλέπω, πριν προσπαθήσουμε να τα ρίξουμε. Όχι, διάολε, για να σου πάρω τη γη, αλλά για να πιω από την πηγή σου και να πιεις από το πηγάδι μου.
Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Νιώθω όμως ότι κάτι θα συμβεί.


(Και αν διαφωνείς κάπου με τα παραπάνω, δέχομαι να κάνω ένα βήμα πίσω για να βρεθούμε)

24/9/13

Η κορυφαία πολιτική μάχη.

«Όταν σταμάτησα να είμαι επαγγελματίας επαναστάτης, είπα να γίνω κι εγώ μέλος αυτής της κοινωνίας. Να αντιληφθώ τι γίνεται και τι είναι αυτό που θέλω να ανατρέψω. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα. Η ζωή είναι ένας δώρο που μας δίνεται μία φορά. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ξημερώνει λένε «άντε να τελειώσει κι αυτή η κωλομέρα». Και δεν καταλαβαίνουν ότι κάνουν άλλο ένα βήμα προς το θάνατο.»
Χρόνης Μίσσιος

Στην προσπάθειά του και στον αγώνα του να παραμείνει άνθρωπος, να μην τον αλλάξει το σύστημα όπως λέει, το άλλαζε ΑΥΤΟΣ. Ανεπαίσθητα, όσο το μπόι ενός ανθρώπου, αλλά αποτελεσματικά. Γι' αυτό και τη χαρακτηρίζει "κορυφαία πολιτική μάχη".
Αυτή είναι Επανάσταση!

21/9/13

Το άκρο είναι ένα: η βαρβαρότητα.

Δεν πιστεύω στη «θεωρία των δύο άκρων», δεν με καλύπτει. Δεν επαρκεί για να εξηγήσει, ούτε να δώσει λύσεις, ούτε για να γιατρέψει το κακό που ζούμε. Στρέφει αλλού την κουβέντα. Πρόκειται για "ακαδημαϊκή προσέγγιση" που καθώς κοιτά τους τύπους χάνει την ουσία, οδηγεί σε αδιέξοδο, προσφέρεται μόνο για εκτόνωση (δικαιολογημένη, έστω), βλέπει το φαινόμενο δισδιάστατα, χάνει το βάθος, την "προοπτική" όπως λέμε στη ζωγραφική.

Το άκρο είναι ΕΝΑ: ο φασισμός. Ως αντίληψη, ως στάση ζωής, ως καθημερινή πρακτική.
Το άκρο είναι ένα. 
Μπλούζες αλλάζει, χρώματα, τέρματα. Πότε στην επίθεση, πότε στην άμυνα. Η σημαία στα χέρια αλλάζει. Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες. Είναι για τους σχολαστικούς, τους ταμπελοφόρους και τους ταμπελοδότες. Αυτοί κοιτούν το δέντρο… Το εννοώ. Θα προσπαθήσω, με δυο λόγια, να δω το σύνολο, να σκάψω πιο βαθιά, ακόμα και αν λαθέψω κάπου. 
Το άκρο είναι ένα.

Το άκρο που χτίζει τον καθηγητή στο γραφείο του, είναι ένα.
Είναι το ίδιο με αυτό που αρπάζει το μικρόφωνο του δημάρχου να μην μιλήσει.
Το άκρο που σπάει τη βιτρίνα του καταστηματάρχη και πλιατσικολογεί, είναι ένα. 
Είναι το ίδιο με αυτό που αναποδογυρίζει τον πάγκο του μικροπωλητή μετανάστη.
Το άκρο που εξόντωσε εκατομμύρια αντιφρονούντες στο «σοσιαλιστικό παράδεισο», είναι ένα.
Είναι το ίδιο που εξόντωσε εκατομμύρια εβραίους. 

Το «καλό» επικαλέστηκε και ο ένας, το «καλό» και ο άλλος. Στο όνομα «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» γίνονται όλα. Στο όνομα δύο "ιδεολογιών" (είπαμε, λεπτομέρειες), αλλά ΜΙΑΣ αντίληψης για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Μιας «ψυχοσύνθεσης». 
Και αυτή η αντίληψη, η στάση ζωής, η καθημερινή πρακτική είναι ΜΙΑ: ο φασισμός. 
Το άκρο είναι ένα. Πάντα ένα ήταν από τότε που το ζώο εξελίχθηκε σε άνθρωπο. Από την αρχαία Αίγυπτο, μέχρι την κλασική Ελλάδα και στη συνέχεια στη Ρώμη, το άκρο ήταν ΕΝΑ. Πάντα η βαρβαρότητα αναμετρήθηκε με την ψυχική ευγένεια και την ανθρωπιά. Με τίποτα άλλο.

Mπερδέψαμε την «πολιτική βία» σε καθεστώτα ανελεύθερα και ολοκληρωτικά, με τη βία σε συνθήκες όπου ο λαός έχει την επιλογή της εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία.
Στην πρώτη περίπτωση η «βία» είναι η άμυνα της δημοκρατίας, στην άλλη είναι η απειλή της. Στην πρώτη περίπτωση ήρωας είναι ο Παναγούλης. Στη δεύτερη «ήρωας» είναι η 17Ν.

Η χώρα μπουσουλάει προσπαθώντας να κατανοήσει τα αυτονόητα, αυτά που άλλοι λαοί έλυσαν πριν εκατό και διακόσια χρόνια. 
Το άκρο είναι ένα: η βαρβαρότητα
«…που μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους… Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας.» (Μάνος Χατζιδάκις)

Το «περιεχόμενο» («ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα, το κτηνώδες ένστιχτο») είναι ΕΝΑ. 
Ο «αρχηγός» είναι ΕΝΑΣ!

7/9/13

Ο χαμένος παιδικός παράδεισος.

Πορτοκαλιές δίπλα στο δρόμο, κοντά στο χωριό μου στη Λακωνία. Σταμάτησα να κόψω ένα πορτοκάλι (να κλέψω δηλαδή). Άπλωσα το χέρι ακουμπώντας με το σώμα μου ελαφρά στο συρματόπλεγμα. Δεν έφτανα. Το πίεσα με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη… και αυτό ήταν! Υποχώρησε και βρέθηκα στο χώμα. Με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω, από ύψος περίπου ένα μέτρο.

Τα γυναικόπαιδα που ήταν μαζί μου έβαλαν τις φωνές καθώς εξαφανίστηκα από το οπτικό τους πεδίο.
«Βοήθεια χωριανοίοιοιοι….». (Μάταια. Το χωριό έχει 22 μόνιμους κατοίκους. Και οι μισοί με μαγκούρα). 
Είχα πέσει σε χωράφι που ήταν γεμάτο με τσουκνίδες. Ένιωθα το ενοχλητικό (τουλάχιστον) φυτό σε όλα τα ακάλυπτα μέρη του σώματός μου. Χέρια, λαιμό, πρόσωπο. Και όμως…
Εκεί όπως ήμουν, και καθώς συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί, με έπιασαν γέλια. Δυνατά γέλια. Γέλια χωρίς σταματημό. Γέλια μέσα από την καρδιά μου. Τόσο, που κάποια στιγμή δεν μπορούσα να ανασάνω. 
Ήρθαν τα γυναικόπαιδα από πάνω μου και χάζευαν το θέαμα του ανθρώπου που γελούσε πέφτοντας με το κεφάλι μέσα στις τσουκνίδες.

Γιατί γελούσα; Το σκεφτόμουν μετά. Το σκέφτομαι και τώρα.
Γελούσα χωρίς λογική. Με μια δύναμη που ερχόταν από κάπου. Μάλλον από το υποσυνείδητο. Για λίγα λεπτά ήμουν παιδί. Έφαγα μια «χαζή» τούμπα όπως τρώνε τα παιδιά. Όπως κάποτε είχε συμβεί σε όλους μας. Γι’ αυτό γελούσα. Γιατί είχα επιστρέψει στην παιδική μου ηλικία. Γιατί χωρίς να το θέλω ονειρεύτηκα ξύπνιος την απώλεια της αβάσταχτης ωριμότητας. Γι’ αυτό χαιρόμουν. 
Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε. (Φέτος φωτογράφησα το σημείο). Κάθε φορά που περνάω από κει θυμάμαι εκείνες τις στιγμές που ένιωσα για λίγο παιδί. Και γαληνεύει η ψυχή…

Έπεσα κι άλλες φορές από τότε. Κανένα πέσιμο όμως δεν είχε την ίδια… αθωότητα. Την ίδια ανοησία. Την ίδια χάρη. Την ίδια χαρά. 
Ίσως γιατί έλειπε το «κλέψιμο». Η λαχτάρα για εκείνο το πορτοκάλι του χαμένου παιδικού παραδείσου.