7/9/13

Ο χαμένος παιδικός παράδεισος.

Πορτοκαλιές δίπλα στο δρόμο, κοντά στο χωριό μου στη Λακωνία. Σταμάτησα να κόψω ένα πορτοκάλι (να κλέψω δηλαδή). Άπλωσα το χέρι ακουμπώντας με το σώμα μου ελαφρά στο συρματόπλεγμα. Δεν έφτανα. Το πίεσα με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη… και αυτό ήταν! Υποχώρησε και βρέθηκα στο χώμα. Με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω, από ύψος περίπου ένα μέτρο.

Τα γυναικόπαιδα που ήταν μαζί μου έβαλαν τις φωνές καθώς εξαφανίστηκα από το οπτικό τους πεδίο.
«Βοήθεια χωριανοίοιοιοι….». (Μάταια. Το χωριό έχει 22 μόνιμους κατοίκους. Και οι μισοί με μαγκούρα). 
Είχα πέσει σε χωράφι που ήταν γεμάτο με τσουκνίδες. Ένιωθα το ενοχλητικό (τουλάχιστον) φυτό σε όλα τα ακάλυπτα μέρη του σώματός μου. Χέρια, λαιμό, πρόσωπο. Και όμως…
Εκεί όπως ήμουν, και καθώς συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί, με έπιασαν γέλια. Δυνατά γέλια. Γέλια χωρίς σταματημό. Γέλια μέσα από την καρδιά μου. Τόσο, που κάποια στιγμή δεν μπορούσα να ανασάνω. 
Ήρθαν τα γυναικόπαιδα από πάνω μου και χάζευαν το θέαμα του ανθρώπου που γελούσε πέφτοντας με το κεφάλι μέσα στις τσουκνίδες.

Γιατί γελούσα; Το σκεφτόμουν μετά. Το σκέφτομαι και τώρα.
Γελούσα χωρίς λογική. Με μια δύναμη που ερχόταν από κάπου. Μάλλον από το υποσυνείδητο. Για λίγα λεπτά ήμουν παιδί. Έφαγα μια «χαζή» τούμπα όπως τρώνε τα παιδιά. Όπως κάποτε είχε συμβεί σε όλους μας. Γι’ αυτό γελούσα. Γιατί είχα επιστρέψει στην παιδική μου ηλικία. Γιατί χωρίς να το θέλω ονειρεύτηκα ξύπνιος την απώλεια της αβάσταχτης ωριμότητας. Γι’ αυτό χαιρόμουν. 
Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε. (Φέτος φωτογράφησα το σημείο). Κάθε φορά που περνάω από κει θυμάμαι εκείνες τις στιγμές που ένιωσα για λίγο παιδί. Και γαληνεύει η ψυχή…

Έπεσα κι άλλες φορές από τότε. Κανένα πέσιμο όμως δεν είχε την ίδια… αθωότητα. Την ίδια ανοησία. Την ίδια χάρη. Την ίδια χαρά. 
Ίσως γιατί έλειπε το «κλέψιμο». Η λαχτάρα για εκείνο το πορτοκάλι του χαμένου παιδικού παραδείσου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: