23/1/14

Φαρμακοχώρα.

Διακόσια χρόνια τώρα "πνίγει" τα παιδιά της. Όχι τις μετριότητες, όχι τους ανόητους, όχι τα κομματόσκυλα και τους υπηρέτες, ούτε τους συμβιβασμένους.
Τα καλύτερα παιδιά. Τα καλύτερα μυαλά. Τους άξιους και τους ικανούς. Τους γενναίους και τους πατριώτες. Αυτοί που αγάπησαν τον τόπο και τον άνθρωπο. 
Όσοι δεν πήραν το δρόμο της ξενιτειάς, σιωπούν θλιμμένοι στον πάτο της κοινωνικής ανυπαρξίας.
Φαρμακοχώρα. Πόσο σ’αγαπάμε, πόσο μας πληγώνεις.

16/1/14

Να σκοτώσεις τη μανούλα.

Ήρθε και ο ϕίλος ο Μανωλάκης και μου ανακοίνωσε όλο χαρά ότι παντρεύεται. "Ένα πολύ καλό κορίτσι από σπίτι", λέει, το οποίο, επιπλέον, "έχει ξετρελάνει και τη μανούλα" του (ο πατέρας του δεν ζει). Χάρηκα κι εγώ με τη χαρά του.
- Σπίτι βρήκατε;
- Ναι αμέ! Όχι τίποτα ακριβό, ένα δυαράκι στο Χαλάνδρι, αλλά μας κάνει για αρχή. 
- Η μανούλα το είδε; Της άρεσε;
- Ξετρελάθηκε!
- Να μαγειρεύει ξέρει; Τι λέει η μανούλα; 
- Έφτιαξε ένα φρικασέ τις προάλλες και ξετρελάθηκε;
- Ποιος η μανούλα;
- Ε ποιος άλλος;… Αφού σου λέω είναι από σπίτι η κοπέλα. 
- Ωραία! Άντε με το καλό…
- Στάσου ένα λεπτό. Εσύ που ξέρεις τα πολλά, και είσαι και παντρεμένος, ποια συμβουλή θα μου έδινες για να στεριώσω καλό σπιτικό.

- Χμμ... κοίταξε Μανωλάκη, ελάχιστα ξέρω, αλλά αυτό που θα σου πω το ξέρω καλά. «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου» λέει η εντολή, και σωστά τα λέει, αλλά θαρρώ ότι την κατανόησες λάθος. Στη δική σου περίπτωση, και ήδη άργησες, άλλο πρέπει να κάνεις: ΝΑ ΤΗ ΣΚΟΤΩΣΕΙΣ!
….. (κόκκαλο ο Μανωλάκης. Αλλά συνήλθε γρήγορα.)
- Τι;… Πώς;… Ποιον να σκοτώσω ρε θεοπάλαβε;
- Τη μανούλα σου Μανωλάκη να "σκοτώσεις". Μην τρομάζεις. Να τη σκοτώσεις μέσα σου εννοώ. Να βρει τη θέση που της αξίζει τώρα που παντρεύεσαι. Αυτή του ανύπαρκτου θηλυκού στη ζωή σου. Και της όμορφης σκιάς της μάνας, που στέκει μακριά και αγαπάει με τη σιωπή της. Δύο θηλυκά στη ζωή του παντρεμένου δεν χωρούν. Δύο έρωτες μαζί είναι δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη. Δεν μπορείς να τα κρατήσεις. Ένα απ’ τα δυό θα πέσει. Εσύ θα διαλέξεις ποιο. 

(Δεν απάντησε, έφυγε σκεφτικός. Θα παρακολουθήσω όμως την πιθανή εξέλιξη του Μανωλάκη σε Μανώλη, και θα ενημερώσω)

8/1/14

Η συνισταμένη των δυνάμεων είναι μηδέν.

Ελάχιστες πια οι ελπίδες να ανακάμψει ο τόπος. Δεν αναφέρομαι στους οικονομικούς δείκτες.Αυτοί φαίνεται ότι θα αποτελέσουν μια παρένθεση μικρής χαραμάδας φωτός, αλλά γρήγορα θα κλείσει. Γιατί τα πλεονάσματα και οι μειώσεις(;) προσωπικού δεν αρκούν για να δώσουν πνοή σιγουριάς και αισιοδοξίας σε μια χώρα παράλυτη και, κυρίως, διχασμένη. 
 
 Η Ελλάδα δεν ήταν Ιρλανδία ούτε Ισπανία. Τα προβλήματά της τα κουβαλούσε από πολύ παλιά. Από την εποχή της φουστανέλας και των πρώτων δανείων. Η χώρα απελευθερώθηκε χύνοντας ποταμούς αίματος, αλλά δεν απελευθερώθηκε μόνη της, με τις δικές της δυνάμεις. 
 «Η Ελλάδα είναι ένα ιστορικό λάθος» είχε πει κάποτε ο μακαρίτης ο Αξελός. Αυτή η τρομακτική πρόταση, αν διαβαστεί σωστά, δύναται να ερμηνεύσει όλες τις πτυχές του νεοελληνικού φαινομένου έτσι όπως προέκυψε μετά την Ανεξαρτησία. Για να γίνει αυτό όμως, πρέπει να πάμε πολύ πίσω. Στις δομές που συντήρησαν τη σκλαβιά τέσσερις αιώνες, στο φρόνημα που σφυρηλατήθηκε σε αυτό το χρόνο, στους λόγους που οδήγησαν στην Επανάσταση, στους λόγους που δεν κατάφερε με τις δικές ΤΗΣ δυνάμεις να οδηγήσει σε αποτίναξη του ζυγού, για να φτάσουμε στη δημιουργία ενός «ελεύθερου κράτους» καταδικασμένου να ζήσει μέσα στο ανελεύθερο του ετεροκαθορισμού και της εξάρτησης. Και βέβαια έξω από κάθε ιδέα διαφωτισμού. Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς και πώς; Αυτό είναι το ερώτημα. Και φοβάμαι πως η απάντηση, κρύβει πολύ πόνο. Και κανείς δεν θέλει να πονέσει.
Ωστόσο αυτή η «ιστορική στρέβλωση» του δώρου της ελευθερίας από άλλους, δεν ήταν ελληνική πρωτοτυπία ούτε νομοτελειακά οδηγεί στην κατάρρευση. Αρκεί να συνειδητοποιήσει ο αδύνατος ότι οφείλει να ανοίξει το βήμα του, να σφίξει τα δόντια και να διανύσει πιο γρήγορα την απόσταση που έχει τρέξει ο δυνατός. Όχι απαραίτητα για να τον φτάσει, αλλά για να αποφύγει τη ντροπή του τελευταίου. Και η Ελλάδα δεν την απέφυγε.
 Έχουν γραφτεί τόμοι για τα πώς και τα γιατί. Και πέρασαν τα χρόνια σε συνθήκες εθνικής αφασίας και νιρβάνα… και μετά ήρθε η χρεοκοπία του 2010. Θα το επαναλάβω άλλη μια φορά γιατί κατά ένα περίεργο λόγο ελάχιστοι το έχουν κάνει κτήμα τους. Η Ελλάδα χρεοκόπησε επίσημα τον Μάιο του 2010. Στο τέλος εκείνου του μήνα, χωρίς τα δανεικά των ευρωπαίων, δεν θα πλήρωνε μισθούς και συντάξεις. Και παύλα. 
Απέναντι σε αυτήν την μεγάλη εθνική καταστροφή η χώρα βρέθηκε έχοντας μικρά αναστήματα εντός βουλής. 
 Ο Καραμανλής, ο μεγάλος υπεύθυνος, θα κατηγορηθεί από τον ιστορικό του μέλλοντος όχι γιατί δημιούργησε την τραγωδία, αλλά γιατί, αν και πανίσχυρος τα πρώτα χρόνια, επιτάχυνε τα βήματα προς το γκρεμό. Λες και είχε προηγούμενα με τον ευλογημένο τόπο. Λες και το έκανε επίτηδες. Δεν το έκανε όμως. Ήταν ανίκανος και ανεύθυνος. Αν δεν λεγόταν Καραμανλής, θα κολλούσε γραμματόσημα σε κάποιο υποκατάστημα ΕΛΤΑ. Προς το τέλος, κάτι πήγε να καταλάβει, αλλά ήταν αργά. Η χώρα είχε πέσει ήδη στα βράχια του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Έφυγε ανυπόληπτος και ταπεινωμένος.  
Ο Παπανδρέου θα κατηγορηθεί κάποτε από τον ιστορικό του μέλλοντος ότι την ώρα που ο Καραμανλής ξυπνούσε για κάποια λεπτά από το λήθαργο και πήγαινε να μπουσουλήσει, εκείνος έμπαινε μπροστάρης στις διεκδικήσεις του κάθε πικραμένου. Διεκδικήσεις από πού; Από ποια ταμεία; Από ποια οικονομία; 
Στη συνέχεια, ως πρωθυπουργός κατάλαβε κι αυτός, προσγειώθηκε ανώμαλα και δέχομαι ότι προσπάθησε. Δύσκολος εκείνος ο χειμώνας και η άνοιξη του 2010 για κρίσεις και απόλυτες βεβαιότητες. Και εύκολες οι απόψεις του στυλ «αν έκανε αυτό και όχι το άλλο τότε…». Μακριά από δω. Εκείνο όμως που θα τολμήσω να του καταλογίσω είναι ότι δεν είπε την αλήθεια, δεν λύτρωσε τον τόπο με μια συγγνώμη τόσο μεγάλη και ταπεινή, όση η αλαζονεία της πασοκικής πολυετούς διακυβέρνησης. Με άκηδες και τσουκάτους και μαντέληδες. Γιατί οι μεγάλοι ηγέτες, αναλαμβάνουν να σηκώσουν βάρη και ευθύνες ακόμα και αυτές που δεν τους αναλογούν. 
Ο Αντώνης Σαμαράς θα κατηγορηθεί κάποτε από τον ιστορικό του μέλλοντος ότι την ώρα της μεγάλης μάχης για εθνική επιβίωση εκείνος αυνανιζόταν με την καρέκλα του πρωθυπουργού. Ανούσια ζάππεια, καταστροφικές αντιευρωπαϊκές κορώνες, παιχνίδια εξουσίας και κοκορομαχίες την ώρα που ο τόπος βυθιζόταν. Αργότερα κατάλαβε κι αυτός. Μπήκε στο χορό, έδειξε σημάδια ότι προσγειώθηκε, αλλά, είπαμε, μικρό το ανάστημά του. Δεν έχει όραμα, διαχειρίζεται την κρίση, την παλεύει με λόγια και ευχές, δεν προχωράει σε τομές και ρήξεις. Και αυτός οφείλει μια συγγνώμη στο λαό και μια απερίφραστη καταδίκη της διακυβέρνησης Καραμανλή. 
Στο σημείο αυτό, λένε, για να είναι ζυγιασμένο το άρθρο πρέπει ειπωθεί κάτι και για τον Τσίπρα. Μα τι να πω; Αυτός δεν κυβέρνησε. Αυτός δεν ήρθε αντιμέτωπος με την πραγματικότητα για να στηθεί στο σκαμνί της κριτικής. Υπόσχεται, λέει, δεσμεύεται, οραματίζεται μια Ελλάδα απαλλαγμένη από μνημόνια και εξαρτήσεις, μια Ελλάδα περήφανη και ευημερούσα. Και αν τα καταφέρει; Μπορεί. 
Λοιπόν, με αυτό το «μπορεί» ο Αλέξης Τσίπρας θα είναι, ίσως, ο επόμενος πρωθυπουργός. Και θα είναι πολύ χαρούμενος εκείνη τη μέρα και τις μέρες που θα ακολουθήσουν θα συμβεί μια μεγάλη σύγκρουση. Ίσως η μεγαλύτερη στην μεταπολεμική Ελλάδα. Η σύγκρουση ενός «οράματος» με την πραγματικότητα. Θα είναι τέτοιος ο ήχος της που θα ακουστεί στα πέρατα της οικουμένης. Και το ερώτημα είναι: θα την ρουφήξει ή θα τον ρουφήξει; (η πραγματικότητα). Πόνταρε 10 προς 1. Μάντεψε όμως σωστά και δράσε ανάλογα. 
Με τους υπόλοιπους, Βενιζέλο, Καμμένο, Κουβέλη, Παπαρήγα, δεν θα ασχοληθεί λεπτομερώς και διεξοδικά ο ιστορικός του μέλλοντος. Θα αναφερθούν ως υποσημειώσεις. Μεγαλύτερες ή μικρότερες. Και ίσως ένας ψυχίατρος ασχοληθεί με την περίπτωση του Καμμένου. (Ο τελευταίος κακώς κυκλοφορεί ελεύθερος).  
 Στοπ εδώ οι προφητείες. Αρκούν. 
Κάποτε ο ιστορικός του μέλλοντος θα κατηγορήσει τέσσερις πολιτικούς άνδρες. Ήταν και οι τέσσερις στο ίδιο καράβι. Και το καράβι βυθιζόταν μέσα σε θύελλα και τρικυμία. Και ο καθένας βαστούσε δικό του τιμόνι. Τέντωνε δικά του πανιά. «Από δω πρέπει να πάμε», «όχι, από δω να πάμε», «σκάστε από δω θα πάμε», «πάμε όπου γουστάρει ο καθένας». 
 Σε αυτή την περίπτωση, μας λέει η Φυσική, η συνισταμένη των δυνάμεων είναι μηδέν.
 Το πλοίο δεν κινείται, ούτε μπρος ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά.
               Βυθίζεται αύτανδρο.    

7/1/14

Θέλει να ληστέψει τράπεζα.

- Πες ότι ο κόσμος έμενε ακίνητος για μια μέρα, σταματούσε ο χρόνος, αλλά εσύ θα μπορούσες να συνεχίσεις να σκέφτεσαι να κινείσαι να μιλάς. Τι θα έκανες σε αυτή τη μέρα γνωρίζοντας ότι κανείς δεν θα ήξερε μετά ότι το έκανες εσύ; 
- Νομίζω ότι θα έκανα κάποια ληστεία σε τράπεζα. Η φαντασίωσή μου είναι να πάω και να σηκώσω μερικά εκατομμύρια ευρώ για να μη χρειαστεί να ξαναδουλέψω για το υπόλοιπο της ζωής μου, και απλά να περνάμε γαμάτα εγώ και ο Τάσος. (Αύγουστος Κορτώ, συγγραφέας)

Όταν ο Μήτσος ο νταλικιέρης σκέφτεται και απαντά έτσι είναι παρακμίας, χυδαίος, λαϊκάτζα, άξεστος, αμόρφωτος, απαίδευτος, μια απ’ τα ίδια, μαλάκας. 
Όταν ο συγγραφέας σκέφτεται και απαντάει έτσι είναι εύστροφος, ευρηματικός, ανατρεπτικός, προχωρημένος, τρέντυ, ουάου!

Συμπέρασμα: το πρόβλημα το έχουμε ΕΜΕΙΣ που μένουμε άναυδοι και εκστασιασμένοι από τέτοιες απαντήσεις, ή στην καλύτερη προσπερνάμε με ένα "ντάξει μωρέ...". Όχι ο συγγραφέας. 
Κάπως έτσι ορίζεται η παρακμή.